Home ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ?

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ?

Όταν ο Milos Forman έκανε ταινία για τη ζωή και τις δικαστικές διαμάχες του εκδότη πορνοπεριοδικών Larry Flynt, πολλοί τον κατηγόρησαν για υπεράσπιση της πορνογραφίας.

Ο Forman απάντησε ότι το σκεπτικό όσων τον κατηγορούσαν βασιζόταν δυστυχώς σε εσφαλμένες λογικές προκείμενες και συμπλήρωσε με χιούμορ ότι η ταινία του υπερασπίζεται την πορνογραφία, όσο υπερασπίζεται το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» την αυτοκτονία ανηλίκων. Στη συνέχεια ο Forman διευκρίνισε το βαθύτερο νόημά της ταινίας αφορά στην ελευθερία του λόγου και στην ελευθερία της έκφρασης και ο πραγματικός κεντρικός ήρωας της ταινίας του είναι το ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ, που τελικά αποφάσισε υπέρ του δικαιώματος του εκδότη να εκφράζεται ελεύθερα. Ο Milos Forman, γνώριζε καλά τι σημαίνει το να περιορίζεις την ελευθερία της έκφρασης και τόνισε ότι αυτή η ελευθερία αποτελεί τον πυρήνα της δημοκρατίας. Όχι το δικαίωμα ψήφου, ή η ελεύθερη αγορά, ή η ελεύθερη μετακίνηση, αλλά η ελευθερία του λόγου. Αν ανοίξει κάποιος έστω και μια μικρή χαραμάδα στη λογοκρισία, τότε χάνεται κάθε έννοια της δημοκρατίας και αυτό έχει αποδειχθεί στο παρελθόν, από τον τρόπο με τον οποίο πολιτισμένες κατά τα άλλα χώρες όπως η Γερμανία, η Ρωσία, η Τσεχία κ.α. περιορίζοντας την ελευθερία του λόγου ευνόησαν την κυριαρχία των ολοκληρωτικών καθεστώτων, με τις γνωστές συνέπειες για τις φυλετικές κι εθνοτικές μειονότητες, τις θρησκευτικές και πολιτικές ιδεολογίες και εν τέλει για τον ίδιο τον δυτικό πολιτισμό.

Το παράδοξο, έγκειται στο γεγονός ότι αν είσαι ανεκτικός ακόμα και με εκείνους που δεν είναι ανεκτικοί με τους άλλους, κινδυνεύει η ίδια η ανεκτικότητα.

Η Gloria Steinem (δημοσιογράφος των 70΄ς και ακτιβίστρια), όπως όλοι όσοι υπερασπίζονται τον περιορισμό του λόγου ή της έκφρασης χάριν κάποιου άλλου «αγαθού» σκοπού, υποστήριζε τότε ότι η πρώτη τροπολογία του αμερικανικού συντάγματος που επικαλέστηκε ο Flynt και ανέδειξε ο Forman στην ταινία του γίνεται αφορμή όχι μόνο για τη διάδοση της πορνογραφίας, αλλά δίνει φωνή και στους σύγχρονους ναζιστές, στην Κου-Κλουξ-Κλαν, και σε άλλες εξτρεμιστικές και ρατσιστικές οργανώσεις.

Η Steinem προφανώς γνώριζε το «παράδοξο της ανεκτικότητας», όμως επέλεξε, στο πλαίσιο μιας στρατευμένης ρητορικής, να το αγνοήσει. Δεν είχε δηλαδή διερωτηθεί, αν στο πλαίσιο της ανεκτικότητας που διακρίνει το πνεύμα του φιλελευθερισμού, θα πρέπει να ανεχόμαστε εκείνους που δεν είναι ανεκτικοί και δη εκείνους που ο λόγος τους ενισχύει τη μισαλλοδοξία και τον ρατσισμό. Το παράδοξο, έγκειται στο γεγονός ότι αν είσαι ανεκτικός ακόμα και με εκείνους που δεν είναι ανεκτικοί με τους άλλους, κινδυνεύει η ίδια η ανεκτικότητα. Αναγνωρίζοντας για παράδειγμα το δικαίωμα έκφρασης στους ναζί ή στους ρατσιστές, μπορείς να οδηγηθείς θεωρητικά σε καταστάσεις (όπως έχει συμβεί στο παρελθόν) που ο λόγος τους γίνεται κυρίαρχος λόγος και η ανεκτικότητα τελικά χάνεται. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο λοιπόν, για να διαφυλάξει κανείς την ανεκτικότητα, οφείλει να μην είναι ανεκτικός με όλους όσοι δεν είναι ανεκτικοί και αναπαράγουν τη ρητορική μίσους, τη μισαλλοδοξία και να το αποδείξεις και τελικά περιορίζουν την ελευθερία της έκφρασης. Μόνο ένας τέτοιος περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί θεμιτός σε μια δημοκρατία.

H λογοκρισία ανθρώπων ή ιδεών, εκτός του ότι κρύβει εγγενώς μέσα της τον ολοκληρωτισμό, εμπεριέχει μια νομοτελειακή κυκλικότητα:

Όποιος υποστηρίζει τον περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης, αργά ή γρήγορα θα πέσει ο ίδιος θύμα αυτού του περιορισμού.

Το παράδοξο για τη διασφάλιση της ανεκτικότητας έχει οδηγήσει αρκετές χώρες να απαγορεύουν τη λεγόμενη «ρητορική μίσους».

Η διάκριση ανάμεσα

– στην έκφραση ιδεών που ενισχύουν τη μισαλλοδοξία και θέτουν σε κίνδυνο την ίδια την ελευθερία της έκφρασης και

– στην έκφραση ιδεών που ενδεχομένως προσκρούουν σε ηθικούς ή αισθητικούς κανόνες ή σε πολιτικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις, είναι απολύτως σαφής. Ωστόσο, μια τέτοια διάκριση δεν είναι αρεστή για τους φανατικούς της απόλυτης ηθικότητας.

Υπάρχουν κοινωνίες που επιτρέπουν κι κοινωνίες που περιορίζουν τον δημόσιο λόγο.

Οι πρώτες, ακολουθώντας το πνεύμα του διαφωτισμού οδηγούν στην ελευθερία, ενώ οι δεύτερες στον ολοκληρωτισμό ή στην καλύτερη περίπτωση σε μια παραδεδομένη ηθικότητα που υποδεικνύει, κουνώντας το δάχτυλο, ποιο είναι τελικά το σωστό.

Οι σύγχρονοι αυτοδιοριζόμενοι υπερασπιστές της ηθικότητας, όπως την Google, Facebook, Twitter και Silicon Valley, έχουν κάθε δικαίωμα να διεκδικούν εκείνο που θεωρούν δίκαιο και σωστό. Θα πρέπει να κατανοούν όμως ότι η λογοκρισία ανθρώπων ή ιδεών, εκτός του ότι κρύβει εγγενώς μέσα της τον ολοκληρωτισμό, εμπεριέχει μια νομοτελειακή κυκλικότητα:

«Όποιος υποστηρίζει τον περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης, αργά ή γρήγορα θα πέσει ο ίδιος θύμα αυτού του περιορισμού».

Όπως το Twitter πρόσφατα έκλεισε τον λογαριασμό του θεσμικού νυν προέδρου των ΗΠΑ ή το κατέβασμα του “Parler” αντίστοιχο του Twitter από το Apple store και το Google Store