Home ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΠΩΣ Η “ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ MOCKINGBIRD” ΕΣΤΗΣΕ ΤΗ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΤΩΝ ΜΜΕ ΣΤΙΣ ΗΠΑ

ΠΩΣ Η “ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ MOCKINGBIRD” ΕΣΤΗΣΕ ΤΗ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΤΩΝ ΜΜΕ ΣΤΙΣ ΗΠΑ

Η «Επιχείρηση Mockingbird» (Operation Mockingbird) ήταν ενεργή από το 1948 και ανήκε στα βασικά όπλα του Ψυχρού Πολέμου. Πέρασε στο χώρο των θεωριών συνομωσίας τη δεκαετία του 1970 και αποδείχθηκε πραγματικότητα μόλις το 2007.

Και αν ζούσες στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1950, αυτό θα ήταν κάτι παραπάνω από αλήθεια, μιας και η CIA είχε στη μισθοδοσία της μια σειρά από κορυφαίους αμερικανούς δημοσιογράφους που όχι μόνο μάζευαν πληροφορίες για τους πράκτορες, αλλά λειτουργούσαν και σαν φερέφωνα της κυβέρνησης.

Η «Επιχείρηση» ξεκίνησε τη δεκαετία του 1950 και κράτησε χοντρικά τρεις δεκαετίες, στήνοντας έναν σωστό κρατικό στρατό δημοσιογράφων, μέσων ενημέρωσης και πολιτιστικών συλλόγων που μετέδιδαν τα μηνύματα που ήθελε να περάσει κάθε φορά η κυβέρνηση.

Στόχος της, ο έλεγχος του Τύπου από τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και ιδιαίτερα τη CIA. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950, το Γραφείο Πολιτικού Συντονισμού της CIA πλήρωνε συγκροτήματα Τύπου και αρχισυντάκτες πρακτορείων ειδήσεων για λόγους «προπαγάνδας, οικονομικού πολέμου» και για την εξυπηρέτηση των αναγκών «υποταγής εχθρικών κρατών».

Η «Επιχείρηση Mockingbird» είχε ως πρώτο και βασικό στόχο την προπαγάνδα σε μέσα άλλων κρατών, αλλά δεν έμεινε ασυγκίνητη μπρος σε όσες ευκαιρίες της προσφέρθηκαν και σε ντόπια, αμερικάνικα μέσα. Ειδικά για αυτά, και ειδικά για μεγάλα ονόματα δημοσιογράφων, ο εκάστοτε διευθυντής της CIA υποδείκνυε έδινε αυτοπροσώπως τι να γράψουν και πότε. Και μάλιστα, όχι μόνο τους καλοπλήρωνε, με χιλιάδες δολάρια για κάθε «εξυπηρέτηση», αλλά τους έδινε αποκλειστικά και απόρρητες πληροφορίες, για να χτίσουν την καριέρα τους ως λαγωνικά της δημοσιογραφίας.

Ο καλολαδωμένος αυτός μηχανισμός ήρθε για πρώτη φορά στο φως το 1967, όταν κάποιοι άρχισαν να γράφουν δειλά-δειλά για συναδέλφους τους όχι ακριβώς αμερόληπτους.

Για τους δημοσιογράφους του εξωτερικού, τα χρήματα προέρχονταν από τα λεφτά του Σχεδίου Μάρσαλ. «Δεν υπήρχε όριο στα χρήματα που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για λάδωμα, δεν υπήρχε όριο στον αριθμό ανθρώπων προς εξαγορά, δεν υπήρχε φραγμός στο είδος των πρακτικών που κρίνονταν απαραίτητες για τον πόλεμο αυτό της προπαγάνδας», αποκάλυψε χρόνια αργότερα ο ίδιος ο πρώτος επικεφαλής της Επιχείρησης για τα ξένα ΜΜΕ, Τόμας Μπρέιντεν.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ιστορίας της «Επιχείρηση Mockingbird», όπως καταγράφεται σε σχετικές μελέτες, είναι ότι βρήκε πιο πρόσφορο έδαφος στα ιδιωτικά ΜΜΕ των ΗΠΑ και Μεγάλης Βρετανίας.

Τις πρώτες δεκαετίες, που έδρασε σε χώρες με δικτατορίες ή απολύτως ελεγχόμενα από κρατικές μηχανές ΜΜΕ, τα κρατικά και δημόσια ΜΜΕ δεν αποτελούσαν πρόβλημα για τη CIA. Με την έλευση της δημοκρατίας όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Τα δημόσια ΜΜΕ, προστατευμένα από ειδικό νομικό πλαίσιο, έγιναν δυσκολότερος στόχος για τους μηχανισμούς προπαγάνδας.

Δημόσια και ιδιωτικά μέσα, εποχές κρίσης και ανοικοδόμησης, ξένοι δάκτυλοι, πακτωλοί χρημάτων και βρώμικα παιχνίδια στις πλάτες ολόκληρων λαών.

Στο βιβλίο «Η Εκπαίδευση της Αμάθειας» ο Ζαν-Κλώντ Μισεά μιλάει για μια σύσκεψη των ισχυρών του πλανήτη στην οποία εξέταζαν πως θα αντιμετωπίσουν την οργή του κόσμου στο προσεχές μέλλον, όταν η πλειοψηφία του ενεργού πληθυσμού η κατεστραμμένη μεσαία τάξη δηλαδή, οι στρατιές των ανέργων, οι περιθωριοποιημένοι, θα είναι πλέον υπεράριθμη και άχρηστη για την οικονομία τους τότε η λύση για την αντιμετώπιση τους ήταν μία:

Η λύση που επικράτησε στη σύσκεψη ως πιο λογική, ήταν αυτή που πρότεινε ο Ζμπίγκνιου Μπρζίνσκυ. Και της έδωσε το όνομα tittytainment (άρτος και θέαμα). Με αυτόν τον νεολογισμό επρόκειτο να ορισθεί ένα “κοκτέιλ” αποβλακωτικής διασκέδασης και επαρκούς διατροφής που θα επέτρεπαν να διατηρηθεί σε καλή διάθεση ο αποστερημένος πληθυσμός του πλανήτη.

Στην Αμερική τη δεκαετία του 70 αρκετοί φώναζαν να μην περάσουν 2 και 3 διαφορετικά media στα ίδια ιδιωτικά χέρια επειδή δεν ήταν ένας υγιής τομέας, κάτι που δεν ισχύει παντού αλλά κυρίως στα αμερικάνικα ΜΜΕ.

Σήμερα όλα τα media ανήκουν σε 5 ιδιωτικές εταιρείες

Οι σχέσεις των δημοσιογράφων με την Υπηρεσία ήταν άλλοτε ξεκάθαρες και άλλοτε σιωπηρές. Και δεν ήταν μόνο όταν συνεργάζονταν και συστεγάζονταν, ειδικά οι αμερικανοί ανταποκριτές σε κομμουνιστικές χώρες, αλλά και ότι οι ρόλοι τους αλληλεπικαλύπτονταν συχνά, καθώς οι ρεπόρτερ μοιράζονταν τις σημειώσεις τους με τους πράκτορες της CIA και λειτουργούσαν συχνά ως εκπρόσωποί της.

Και το καλύτερο, κάποιοι από τους κορυφαίους αυτούς δημοσιογράφους είχαν τιμηθεί ακόμα και με Πούλιτζερ για τα γραπτά τους!

Η Επιτροπή Τσερτς έβγαλε ένα λαβράκι το 1976, όταν μίλησε καθαρά και ξάστερα για το τεράστιο ειδησεογραφικό δίκτυο που είχε στήσει η CIA με ευθεία πρόσβαση σε «έναν μεγάλο αριθμό εφημερίδων και περιοδικών, πληθώρα ειδησεογραφικών υπηρεσιών και πρακτορείων ειδήσεων, ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, εκδοτικούς οίκους και άλλα μέσα ενημέρωσης του εξωτερικού».

Η «Επιχείρηση Mockingbird» λέει ότι ασφαλώς και λογικό είναι η κάθε κυβέρνηση να επηρεάζει, όσο μπορεί, τα δημόσια μέσα προς οφελός της. Ο κρατικός μηχανισμός, στο όποιο κράτος, δεν είναι ποτέ ελεύθερος συμφερόντων.

Αυτή είναι η ουσία της δημοκρατίας, απέναντι στους ακραίους οι οποίοι, ξεκινώντας από την σωστή διαπίστωση ότι μια κυβέρνηση δεν είναι πάντα καλό πράγμα, ζητάνε να περιοριστεί στο ελάχιστο δυνατό. Αν το κράτος δεν είναι καλό πράγμα, η εναλλακτική που προτείνουν είναι ακόμα χειρότερη, αφού δεν είναι άλλη από τη ζούγκλα των ιδιωτικών συμφερόντων.

Τα δημόσια ΜΜΕ στις ΗΠΑ, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, ελέγχονται. Και ελέγχονται ακριβώς γιατί είναι δημόσια και ο πολίτης που «πληρώνει το λογαριασμό» έχει δικαίωμα να τα κρίνει και να ζητήσει εξηγήσεις για τις όποιες παρασπονδίες τους. Αντίθετα, στα ιδιωτικά μέσα των ΗΠΑ υπάρχουν μόνον συμφέροντα, ειδικά σε όσα οι ιδιοκτήτες τους επιμένουν να τα χρηματοδοτούν κι ας είναι ζημιογόνα. Το κάνουν όχι γιατί υπηρετούν κάποια “ελευθερία της αγοράς”, αλλά γιατί ανήκουν σε μηχανισμούς προσπάθειας ελέγχου της κοινής γνώμης και των επενδύσεων, της μίζας και της διαπλοκής.

Συμφέροντα που κυμαίνονται από μικρά όπως το να προβάλλουμε τον «κολλητό», τα τεράστια, τα οποία ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις και ξεπουλάνε λαούς.

Όσο για τα ΜΜΕ που παίζουν καθαρότερο παιγνίδι υπάρχουν πάντα και αυτά, πολλές φορές δεν βρίσκουν καμία τράπεζα να θέλει να τα διευκολύνει οικονομικά και κλείνουν. Ή συντηρούνται στο περιθώριο, χάρη μόνο στο μεράκι και τις θυσίες των δημοσιογράφων τους.

πηγή: Hugh Wilford: The Mighty Wurlitzer, How the CIA Played America, Harvard University Press, 2008.

Ζαν Κλωντ Μισεά: Η εκπαίδευση της Αμάθειας, Εκδόσεις Βιβλιόραμα, μετάφραση Άγγελος Ελεφάντης, 2002.