Home ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΩ ΓΙΑΤΙ ΚΑΤΙ ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙ

ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΩ ΓΙΑΤΙ ΚΑΤΙ ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙ

Ζούμε σε μια εποχή όπου η κατανάλωση αγαθών είναι περισσότερο προσβάσιμη από ποτέ. Πληθώρα ερεθισμάτων μας πληροφορούν καθημερινά για νέα προϊόντα αλλά και για τους εύκολους τρόπους απόκτησής τους.

Χάρη στις διευκολύνσεις που παρέχει η τεχνολογία, «με ένα κλικ στο σπίτι», μπορεί κανείς να απολαύσει όσα επιθυμεί. Είναι μάλιστα σύνηθες φαινόμενο, κατά την περιήγηση στο διαδίκτυο, επαναλαμβανόμενες διαφημίσεις να αναπηδούν εν μέσω άλλων αναζητήσεων, υπενθυμίζοντας διαρκώς στον χρήστη τις «ανολοκλήρωτες» επιλογές προϊόντων, όλα όσα άφησε πίσω του.

Μοιάζει τα συνεχόμενα “notifications” σαν η ανέμελη βόλτα στις βιτρίνες να μετατρέπεται σε ένα αδιάκοπο κυνήγι με τους ιδιοκτήτες των καταστημάτων να εμφανίζονται κάθε τόσο μπροστά σε κάθε επίδοξο πελάτη, για να του υπενθυμίσουν τα προϊόντα που πιθανόν έχει δει στη βιτρίνα τους ή κάποια παρόμοια που είναι πιθανό να τον ενδιαφέρουν. Μια συμπεριφορά που σίγουρα θα αντιμετωπιζόταν ως παρενόχληση στην καθημερινή ζωή, ωστόσο στον κόσμο του διαδικτύου εκλαμβάνεται ως καθιερωμένη πρακτική.

Η διαθεσιμότητα των αγαθών διευκολύνει τις ανάγκες μας, όμως μας «καταδιώκει», είτε ως εξωτερικό επαναλαμβανόμενο ερέθισμα, κομμάτι μιας στοχευμένης καμπάνιας μιας μεγάλης αλυσίδας όπως ήδη περιγράφηκε. Είτε και ως εσωτερική ανάγκη να αποκτήσουμε όλο και περισσότερα, δημιουργώντας την ίδια στιγμή ερωτήματα σε σχέση με το αν και τι πραγματικά χρειαζόμαστε.

Γιατί η απόκτηση ενός αγαθού δεν αφορά μόνο την κάλυψη μιας πρακτικής ανάγκης σε σχέση με κάτι που μας λείπει αλλά συγχρόνως και μιας ανάγκης που προκύπτει ή δημιουργείται με βάση κίνητρα πιο εσωτερικά. Προκύπτει συχνά ως επακόλουθο της κοινωνικής σύγκρισης, της ανάγκης του «κατέχειν» σε σχέση με τους άλλους, όχι απαραίτητα μακρινούς και άγνωστους όσο κοντινούς και γνωστούς, που αποτελούν τον κοινωνικό μας περίγυρο αλλά και το πλαίσιο αναφοράς σε σχέση με την αναγνώριση που επιδιώκουμε για τον εαυτό μας.

Η σύγκριση αυτή αναπόφευκτα οδηγεί στην επιθυμία να αποκτήσουμε αυτό που έχει ο άλλος. Η οποία ωστόσο δεν αφορά απαραίτητα στο αντικείμενο καθεαυτό αλλά κυρίως στην εικόνα που σχηματίζεται στα δικά μας μάτια όταν εκείνος αποκτά ένα νέο αντικείμενο. Μια εικόνα συνυφασμένη με την αφθονία, τη δύναμη αλλά και την αντίστοιχη χαρά που αντιλαμβανόμαστε ότι αισθάνεται όταν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, επιδεικνύει το αντικείμενο που απέκτησε.

Επιθυμούμε να απολαύσουμε όσα και εκείνος μοιάζει να απολαμβάνει – ικανοποίηση, αναγνώριση, αίσθηση υπεροχής. Αναζητούμε να βρεθούμε σε μια ανάλογη θέση, όντας ικανοί να φροντίσουμε τον εαυτό μας, προσφέροντάς του μια μορφή ανταμοιβής και αναπλήρωσης για τις στιγμές που κοπιάζουμε, παλεύουμε, αγωνιούμε. Άλλωστε, η αγορά ενός αντικειμένου είναι πράγματι μια μορφή φροντίδας, μια απόδειξη νοιαξίματος από τους άλλους προς εμάς αλλά και ένα μέσο φροντίδας προς τον εαυτό μας.

Ιδιαίτερα την περίοδο που διανύουμε είμαστε αντιμέτωποι με προκλήσεις σε πολλά επίπεδα, ένα από τα οποία αφορά και στην απόκτηση αγαθών. Ο περιορισμός των μετακινήσεων, η οικονομική επισφάλεια, η ανησυχία για την υγεία επιβάλλουν περιορισμούς τόσο στη διακίνηση των αγαθών όσο και στις καταναλωτικές μας συμπεριφορές. Η πρόσβαση στα προϊόντα παραμένει αλλά χωρίς τη δυνατότητα της επαφής με αυτά.

Τα πράγματα μοιάζει να λειτουργούν πέρα από τον έλεγχό μας, είναι ακόμη πιο επιτακτικό να αναζητήσουμε το νόημά τους. Όταν η ενασχόληση με την απόκτηση αγαθών γίνεται καταναγκαστική και επαναλαμβανόμενη, όταν μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, περισσότερο προκαλεί παρά κατευνάζει το στρες. Κάθε νέο αντικείμενο προσφέρει μια προσωρινή ικανοποίηση, σαν τους κόκκους της άμμου που ξαναλιγοστεύει αμέσως μόλις γεμίσουμε τη χούφτα.

Κάθε νέα κτήση κρύβει τη σιωπηλή προσδοκία ότι θα συγκαλύψει αυτό που μας λείπει, που ενδεχομένως δεν έχουμε ακόμη αναγνωρίσει. Η ανάγκη να καθησυχάσουμε προσωρινά έναν ενδόμυχο φόβο ότι αυτό που πραγματικά χρειαζόμαστε δεν είναι διαθέσιμο, επιφορτίζει κάθε νέα αναζήτηση με μια αντίστοιχη προσδοκία.

Κάθε απόπειρα καταλήγει τότε να μοιάζει ουδέτερη, σχεδόν αδιάφορη, καθώς αδυνατεί να προσφέρει ακόμη και την ικανοποίηση που της αναλογεί, αφήνοντας πίσω της μια αίσθηση κενού, μια έλλειψη που μάταια πασχίζουμε να ξανακαλύψουμε. Είναι τότε η στιγμή να αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που πραγματικά χρειαζόμαστε.

Αναζητούμε ένα αίσθημα πληρότητας με σταθερότητα και μεγαλύτερη διάρκεια, ωστόσο η αδιάκοπη αναζήτηση αγαθών μοιάζει να μας απομακρύνει όλο και περισσότερο από το στόχο αυτό. Κάθε νέο απόκτημα χρειάζεται επομένως να αποτελεί συμπλήρωμα και όχι το κύριο μέσο για να ορίσουμε το πώς αισθανόμαστε ή να προσδιορίσουμε το ποιοι είμαστε. Στρέφοντας την προσοχή προς τον εαυτό μας και όχι έξω από αυτόν είναι ενδεχομένως μια καλή αρχή.