ΤΙ ΩΘΟΥΣΕ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑ

0

Δεν είναι παράδοξο που η φιλοσοφία του έρωτα εμφανίστηκε κατ’ αρχάς στην Αρχαία Ελλάδα αφού εκεί η φιλοσοφία είχε διαχωριστεί πολύ νωρίς από τη θρησκεία. Ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας είχαν συνθέσει τις δύο διαστάσεις του έρωτα, την ανωριμότητα και τη σοφία, και πάνω σ’ αυτή τη σύνθεση βασίστηκε ο έρωτας στη Δύση.

Πολύ ενδιαφέρον είναι ότι το ρήμα ΑΓΑΠΩ, σε καμία άλλη γλώσσα του κόσμου δεν αρχίζει από το πρώτο γράμμα του αλφαβήτου και δεν τελειώνει με το τελευταίο. Μέσα σ’ αυτό εμπεριέχονται όλα, η αρχή και το τέλος.

Ο πρώτος φιλόσοφος του έρωτα, ήταν ο Πλάτωνας. Έλεγε ότι η έλξη αυτή ήταν η σύνθεση δύο επιθυμιών οι οποίες συνενώνονται σε μία:

Την επιθυμία του κάλλους και της αθανασίας. Ποθούμε δηλαδή, ένα ωραίο σώμα γιατί επιθυμούμε να διαιωνιστούμε μέσω ωραίων παιδιών. «Ο έρωτας δεν είναι επιθυμία ομορφιάς, είναι δίψα πληρότητας». Επίσης πίστευε ότι ο έρωτας εκτός από πολύπλοκη, ανθρώπινη επιθυμία, λειτουργεί ως ανέλπιστος σύμμαχος στο δρόμο για την αληθινή φιλοσοφία. Κι αυτό γιατί βαδίζοντας στην κλίμακα της ερωτικής ανάβασης, καταλήγεις στην επιδίωξη του ιδανικού.

Φυσικά δεν αντιλαμβανόταν τον έρωτα όπως εμείς σήμερα και θα σκανδαλιζόταν με αυτό που εμείς ονομάζουμε έρωτα. Η πιο εντυπωσιακή διάκριση ανάμεσα στην ερωτική ζωή της αρχαιότητας και τη δική μας έγκειται αναμφίβολα στο γεγονός πως οι αρχαίοι έδιναν μεγαλύτερη σημασία στο ίδιο το ένστικτο, ενώ εμείς δίνουμε έμφαση στο αντικείμενό του.

Ο Σωκράτης ορίζει το αντικείμενο της επιθυμίας για εκείνον που το βιώνει με όρους έλλειψης: «ό,τι δεν είναι στη διάθεσή του και ό,τι δεν είναι παρόν και ό,τι δεν κατέχει και ό,τι δεν είναι ο ίδιος και ό,τι του λείπει».

Οι αρχαίοι Έλληνες, από τη μέση αρχαϊκή περίοδο και μετά, διέφεραν από τους αρχαίους Αιγύπτιους, Εβραίους και Ασσυρίους επειδή θεωρούσαν το σεξουαλικό πόθο των ενήλικων ανδρών για ωραίους ανήλικους άρρενες φυσικό και ομαλό, επειδή αρνούντο ότι η εκπλήρωσή του με την ομοφυλοφιλική σεξουαλική επαφή ήταν εκτεθειμένη σε θρησκευτικές, νομικές ή ηθικές αντιρρήσεις, επειδή απέδιδαν βιώματα ομοφυλοφιλικού πόθου και σεξουαλικής επαφής σε θεούς και ήρωες και θεωρούσαν τις ομοφυλοφιλικές τους σχέσεις υλικό κατάλληλο για την τέχνη και τη λογοτεχνία κι επειδή χρησιμοποιούσαν ελεύθερα εκφράσεις όπως, είμαι ερωτευμένος, ερωτεύομαι, κυνηγώ, πιάνω, ξελογιάζω, παραδίνομαι και άλλες παρόμοιες για ομοφυλοφιλικές και ετεροφυλοφιλικές σχέσεις εξίσου.

Το λεξιλόγιο αυτό δεν χρησιμοποιείται από τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Αρχίλοχο ή τον Τυρταίο γιατί τότε η ομοφυλοφιλία ήταν ακόμη συγκαλυμμένη. Η μετάβαση σε φανερή έγινε με τη Σαπφώ, τον Αλκμάνα, τον Αλκαίο και τον Σόλωνα και αστραπιαία έγινε σημαντικό θέμα στις εικαστικές τέχνες.

Ήταν λοιπόν, σαφές ότι οι πιο αρρενωποί άνδρες είχαν ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Κάθε ώριμος άνδρας, που ονομάζεται εραστής, ακόμα κι αν είναι παντρεμένος με μία ή πολλές γυναίκες, μπορεί να αναλάβει την πνευματική και σεξουαλική εκπαίδευση ενός εφήβου που ονομάζεται ερωμένος. Η διαδικασία προσέγγισης ακολουθούσε πρωτόκολλο που ρύθμιζε το ρυθμό των ερωτοτροπιών και την ανταλλαγή δώρων. Η διείσδυση καθόριζε τους ρόλους.

«Αυτό που προκαλούσε τον έρωτα ενός άνδρα δεν ήταν ο αρρενωπός χαρακτήρας ενός αγοριού, αλλά η σωματική του ομοιότητα με τη γυναίκα, καθώς επίσης και οι θηλυκές του ψυχικές ιδιότητες – η ντροπαλότητά του, η σεμνότητά του και η ανάγκη του για διδασκαλία και βοήθεια. Μόλις το αγόρι γινόταν άνδρας έπαυε να αποτελεί σεξουαλικό αντικείμενο των ανδρών και γινόταν, ίσως, και ο ίδιος εραστής αγοριών. Στην περίπτωση αυτή, επομένως, όπως και σε πολλές άλλες, το σεξουαλικό αντικείμενο δεν είναι κάποιος του ιδίου φύλου, αλλά κάποιος που συνδυάζει τους χαρακτήρες και των δύο φύλων. Είναι σαν ένα είδος συμβιβασμού ανάμεσα σε μια παρόρμηση που επιζητεί έναν άνδρα και σε μια παρόρμηση που επιζητεί μια γυναίκα, με τη ρητή ωστόσο προϋπόθεση ότι το σώμα του σεξουαλικού αντικειμένου (δηλαδή τα γεννητικά όργανα) θα είναι αρσενικό. Έτσι, το σεξουαλικό αντικείμενο είναι ένα είδος αντανάκλασης της ίδιας της αμφιφυλόφιλης φύσης του υποκειμένου»……(S.Freud Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας)

Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο νομοθέτης Λυκούργος όρισε ένα πολύ περίεργο έθιμο για τους νεαρούς Σπαρτιάτες την παραμονή του γάμου τους: ο γαμπρός όφειλε να περάσει την πρώτη νύχτα του γάμου με τη νύφη, η οποία ξυριζόταν και ντυνόταν σαν αγόρι, έτσι ώστε η μετάβαση από την ομοφυλοφιλία στην ετεροφυλοφιλία να γίνει ομαλά.

Στην Κρήτη υπήρχε έθιμο για τους νέους να κλέβουν ένα αγόρι και να φεύγουν για να μείνουν μαζί του για κάποιους μήνες προτού επιστρέψουν στην κοινότητα.

Η παιδεραστία στη Σπάρτη και την Κρήτη, απ’ ότι φαίνεται, ενίσχυε την πίστη και τη δύναμη των πολεμιστών, ενώ για τους Αθηναίους η εκπαίδευση και η καθοδήγηση ήταν το κίνητρο της αγάπης του γηραιότερου προς τον νεότερο. Ο αμοιβαίος πόθος ενήλικων ανδρών όμως, ήταν σπάνιο φαινόμενο και θεωρείτο αναξιοπρεπής και υποτιμητικός και η υιοθέτηση του παθητικού ρόλου κατά την ώριμη ηλικία επέσυρε τη γελοιοποίηση, την περιφρόνηση και την εχθρότητα. Βέβαια, οι Έλληνες αναγνώριζαν ότι ορισμένοι άνθρωποι είναι περισσότερο ομοφυλόφιλοι από άλλους.

Λογικό συμπέρασμα πάντως είναι ότι η ελληνική ομοφυλοφιλία δεν ήταν πραγματική ομοφυλοφιλία, αλλά παιδεραστία – ο νέος έπρεπε να έχει φτάσει στο μέγιστο ύψος του και να έχει βγάλει γένια – και η κοινωνία έδειχνε κατανόηση στην ελεύθερη έκφραση των ομοφυλοφιλικών επιθυμιών και απολάμβανε τη χρησιμοποίηση σχετικών θεμάτων στο γραπτό λόγο και στις εικαστικές τέχνες. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να το δούμε σε σχέση με την εποχή που τα κορίτσια επίσης παντρεύονταν γύρω στα δεκατέσσερα και ο μέσος όρος ζωής ήταν πολύ χαμηλότερος από τώρα. Έτσι η παιδεραστία των αρχαίων ελλήνων δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή και δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία.

Βέβαια, είναι αναχρονισμός να εφαρμόζεται ο όρος «ομοφυλοφιλία» στην Αρχαία Ελλάδα. Η έννοια είναι πρόσφατη καθώς εμφανίστηκε στην ψυχιατρική του 19ου αιώνα. Ο αρχαίος ερωτισμός διαφοροποιούσε περισσότερο τις παθητικές ή ενεργητικές στάσεις παρά τη θηλυκή ή την αρσενική σεξουαλική ταυτότητα. Ωστόσο, το πρωτείο της τεκνοποίησης παραμένει βασικό κριτήριο που προωθεί την αναπαραγωγή καταδικάζοντας την παθητικότητα και σε συνδυασμό μ’ αυτήν, τη σοδομία.

Το θέμα της ομοφυλοφιλίας είναι πλούσια τεκμηριωμένο καθώς ολόκληρη η ελληνική τέχνη, η λογοτεχνία, το αρχειακό υλικό, με εξαίρεση λιγοστής ποίησης, είναι έργο ανδρών.

Το πρόβλημα είναι ότι έχουμε ελάχιστα στοιχεία στη διάθεσή μας για τη γυναικεία σεξουαλικότητα.

Οι γυναίκες στην αρχαία Αθήνα ήταν αποκλεισμένες από όλες τις μορφές δημόσιας κοινωνικής και πολιτικής δραστηριότητας καθώς δεν είχαν την ιδιότητα του πολίτη. Συμμετείχαν μόνο σε κάποιες θρησκευτικές γιορτές και τελετουργίες και περνούσαν ολόκληρη σχεδόν τη ζωή τους κλεισμένες στο σπίτι τους. Μόνο οι πολύ φτωχές αναγκάζονταν να δουλέψουν σε επαγγέλματα όπως αυτό της μαμής, της νοσοκόμας, της πωλήτριας στην αγορά τροφίμων, της χορεύτριας και της αυλητρίδας και φυσικά της πόρνης. Δεν είχαν κληρονομικά δικαιώματα ούτε δικαίωμα ιδιοκτησίας και σ’ όλη τους τη ζωή βρίσκονταν υπό την απόλυτη εξουσία κάποιου άνδρα – πρώτα του πατέρα και μετά του συζύγου. Γι’ αυτό και σχεδόν πάντα δεν αναφέρονταν σ’ αυτές με το μικρό τους όνομα αλλά με το όνομα του πλησιέστερου αρσενικού της οικογένειας. Τις πάντρευαν χωρίς τη συγκατάθεσή τους γύρω στα δεκατέσσερα, συχνά με πολύ μεγαλύτερους σε ηλικία άνδρες για να έχουν λιγότερες αξιώσεις για προίκα. Η γέννηση κοριτσιού ήταν πολύ δυσάρεστο γεγονός, ειδικά για τις φτωχές οικογένειες (γιατί αργότερα θα έπρεπε να την προικίσουν) και γι’ αυτό συχνά εγκατέλειπαν τα θηλυκά μωρά έξω από ναούς.

Ο προορισμός των γυναικών ήταν να φροντίζουν τα του οίκου και να φέρνουν στον κόσμο απογόνους. Έτσι, οι περισσότεροι έλληνες πολίτες έχουν μια σύζυγο που κρατάει το σπίτι τους, γεννάει και μεγαλώνει τα παιδιά τους, παλλακίδες, τις οποίες αποκτούσαν ή απήγαγαν, αλλά και εταίρες οι οποίες ήταν οι πιο αξιοσέβαστες και ακριβοπληρωμένες. Υπήρχαν βέβαια και οι πόρνες για τους πιο φτωχούς.

Οι γυναίκες στη μινωική Κρήτη αποτελούσαν εξαίρεση καθώς έπαιζαν πολύ σημαντικό ρόλο στην κοινωνία. Ήταν ιέρειες, υφάντριες, τεχνίτριες, έμποροι, διηύθυναν βιοτεχνίες, έπαιρναν μέρος σε αθλητικές εκδηλώσεις και στα τοπικά συμβούλια. Στις τοιχογραφίες απεικονίζονται με έντονη σεξουαλικότητα, ζωηρά χρώματα, υπέροχες, όλο χάρη κινήσεις και απαράμιλλη ομορφιά.

Και στη Σπάρτη γενικά οι γυναίκες ήταν πιο ελεύθερες. Μπορούσαν να σπουδάζουν, έπαιρναν μέρος σε αθλητικούς αγώνες, είχαν κληρονομικά δικαιώματα κι ένα βαθμό σεξουαλικής ελευθερίας.

Παρόλες τις διακρίσεις, όποια κι αν είναι η θέση τους στην κοινωνία, οι Έλληνες, άνδρες και γυναίκες οφείλουν να έχουν αγάπη και αλληλοσεβασμό, όπως και να διδάσκονται ο ένας από τον άλλο. Οι πόρνες του 4ου π.Χ. αιώνα γνωστοποιούσαν τις υπηρεσίες τους στερεώνοντας καρφιά στις σόλες των σανδαλιών τους που σχημάτιζαν ερωτικά μηνύματα –π.χ. «ακολούθει» – τα οποία καθώς περπατούσαν άφηναν αποτυπώματα στους χωμάτινους δρόμους ώστε κάθε ενδιαφερόμενος να μπορεί να ακολουθήσει τη διαδρομή και να τις βρει.

Share.

About Author

Leave A Reply

 Cheap Jerseys Wholesale