ΤΙ ΕΓΡΑΨΕ Ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΞΩΓΗΙΝΟΥΣ

0

Ο Πολ Χέλιερ, υπουργός Αμυνας του Καναδά στα μακρινά χρόνια 1963 – 1967, σε ομιλία του στο Πανεπιστήμιο του Κάλγκαρι αποκάλυψε πως οι εξωγήινοι είναι ήδη εδώ. Μας επισκέπτονται χιλιετίες τώρα, πολύ πριν μπούμε στη σκέψη να τους ενημερώσουμε για την ύπαρξή μας.

Υπάρχουν και ζουν ανάμεσά μας.
Αρκούμενοι προς το παρόν στον ρόλο του ανησυχούντος παρατηρητή και αποποιούμενοι την ευθύνη του πολιτισμικά ανώτερου επικυρίαρχου. Μια στο τόσο, είπε ο υπουργός, μας κάνουν ένα δώρο, σαν επιταχυντές της Ιστορίας μας.

Ετσι μας χάρισαν την τεχνογνωσία για τα μικροτσίπ, τις λάμπες LED και το αντιβαλλιστικό υλικό Κέβλαρ. Ως προς αυτό λοιπόν, λάθεψε ο Στίβεν Χόκινγκ, που έχει πει ότι δεν φοβάται μήπως δεν υπάρχουν εξωγήινοι.

Δεν είναι εξάχειρες και εξάποδες, όπως εκείνοι οι εξωγήινα γήινοι που συνάντησε ο στρατός του Μεγαλέξανδρου στην Ασία…«φοβερόν τι και παράδοξον και ξένον τοιούτοις βλέπειν μόνον», όπως διαβάζουμε στον «Αλεξάνδρου βίο» του ψευδο-Καλλισθένη, ή Κυνοκέφαλοι, που η φωνή τους ήταν «μέρος μέντοι ανθρωπίνη, μέρος δε κυνός», κι άντε να πιάσεις κουβέντα.

Η αποκάλυψη του Καναδού υπουργού ταιριάζει με όλες τις θεωρίες συνωμοσίας: οι ηγέτες της Γης, Αμερικανοί και Ρώσοι, γνωρίζουν την παρουσία των εξωγήινων. Δεν τη φανερώνουν όμως, επειδή φοβούνται ότι θα φοβηθούμε και θα αναρχείσουμε, παρά την τόση κινηματογραφική και τηλεοπτική προπαιδεία μας. Αλλά και επειδή ο καθένας τους επιχειρεί να τους προσεταιριστεί σαν συμμάχους του. Και αυτό το ξέρουμε από το σινεμά, τον οικουμενικό παραμυθά μας.

Κάποια στιγμή, το 1895, ο Παλαμάς έγραψε το ποίημα «Ποιος ξέρει στ’ άλλα τ’ άστρα», που το 1912 δημοσιεύτηκε ως τμήμα της συλλογής του «Η πολιτεία και η μοναξιά».

«Κι αν έχουμ’ εδώ πέρα / τον Ερωτα πατέρα, / τη Συφορά βυζάστρα, / ποιος ξέρει στ’ άλλα τ’ άστρα…

Τ’ άστρα στο χάος γυρίζουν. / Κάποια απ’ αυτά αντικρίζουν / τη Γη, κι είναι γιγάντοι, / κι η Γη, μικρό διαμάντι. 

Ποιος ξέρει στ’ άλλα τ’ άστρα / τι λαοί και τι κάστρα, / πώς δείχνεστε, πνέμα, ύλη, / τι φιλιά και τι χείλη, / τι καημοί και τι πόθοι! / Να δούμε δεν εδόθη / τον ίσκιο τους μπροστά μας / μηδέ στα ονείρατά μας! /

Τι πάθη εκεί βογκάνε! / Και τα δικά μας θα ’ναι / μπροστά τους ένα ένα / παιγνίδια κοιμισμένα. / Κι εδώ είναι τα περίσσια / βάσανα, παιδιακίσια / καμώματα μονάχα / μπρος στην καρδιά που θα ’χα… /

Μπροστά σε τέτοιες λύπες / της συφοράς οι γύπες, / τα ερωτικά τα φίδια, / σβησμέν’ αποκαΐδια».

Το ποίημα τελειώνει με τους τέσσερις στίχους της αρχής του

«Κι αν έχουμ’ εδώ πέρα / τον Ερωτα πατέρα, / τη Συφορά βυζάστρα, / ποιος ξέρει στ’ άλλα τ’ άστρα…».

Δεν αστρολογεί βέβαια ο Παλαμάς. Τα γήινα τον απασχολούν, ατομικά και συλλογικά, όσο δείχνει να μιλάει για τα εξωγήινα. Οπως συνήθως συμβαίνει τόσο στην καλή επιστημονική φαντασία όσο και στη θεωρητική, ενίοτε δε και θεολογική συζήτηση για την ύπαρξη πολιτισμών σε κάποιους από τους απλώς αναρίθμητους πλανήτες, η Γη παραμένει στο κέντρο της έγνοιας ακόμα κι όταν ο νους ταξιδεύει στις γειτονιές του σύμπαντος, αναζητώντας αυτούς που δεν μας δόθηκε η τύχη να δούμε ούτε τον ίσκιο τους στα όνειρά μας, κατά τους παλαμικούς στίχους.

Το μέτρο, αυτό μάς δείχνει ο Παλαμάς με το δάχτυλό του, όσο γράφει όχι τα φεγγάρια και τους ήλιους.

Η Γη μας είναι ένα διαμαντάκι, με Γίγαντες γύρω της, όπου ίσως κυριαρχούν πάθη που θα αποδείκνυαν ασήμαντα τα δικά μας «παιδιακίσια καμώματα». Εξωγήινοι πάντως υπάρχουν. Είμαστε εμείς, έτσι όπως μεταχειριζόμαστε τη Γη σαν άπληστοι επιδρομείς, κάθε γενιά περισσότερο αδιάφορη για την επόμενη.

Share.

About Author

Leave A Reply

 Cheap Jerseys Wholesale