Home ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ “Με λένε Ευτυχία. Μπορεί να μην με γνωρίζετε αλλά γνωρίζετε τα τραγούδια...

“Με λένε Ευτυχία. Μπορεί να μην με γνωρίζετε αλλά γνωρίζετε τα τραγούδια μου”

Το λαϊκό τραγούδι είναι δύσκολο και αμείλικτο. Θέλει ρωμαλεότητα και λεβεντιά. Για να γράψεις λαϊκό τραγούδι πρέπει να μπεις στην ψυχή του λαού, να του την πάρεις, και μαζί να του πάρεις και την καρδιά του!

Πόσα τραγούδια είναι καταχωρισμένα, σήμερα, υπό το όνομα της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου;

Γύρω στα 400 πάνω-κάτω. Υπάρχουν κι άλλα; Είναι λογικό να το υποθέσεις, σκεπτόμενος τον τρόπο που σκόρπαγε τους στίχους της η Παπαγιαννοπούλου. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η πλήρης αποκατάσταση του έργου της δεν είναι εύκολη δουλειά. Αν και πάντα γίνονται και θα γίνονται προσπάθειες, ώστε κάποια στιγμή να φθάσουμε στο τέλος… 

Διαβάζεις συχνά, επίσης, πως το πρώτο τραγούδι που γράφτηκε το όνομά της σε ετικέτα δίσκου ήταν το «Ειμ’ αητός χωρίς φτερά» του Μάνου Χατζιδάκι, στην κλασική (δεύτερη) εκτέλεση με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, το 1963. Ούτε αυτό είναι σωστό, αφού υπάρχει τραγούδι με το επώνυμο της Παπαγιαννοπούλου σε ετικέτα δίσκου από το 1954 είναι το «Θα δω και τα χαΐρια σου» του Γιάννη Τατασόπουλου, σ’ ένα 78άρι της His Master’s Voice. 

Να και μερικά τραγούδια-επιτυχίες, που κυκλοφόρησαν στα 60s με το επώνυμο τής Παπαγιαννοπούλου στις ετικέτες των δίσκων (πέραν του «Ειμ’ αητός χωρίς φτερά») και από τα οποία θα έπαιρνε κάποια λεφτά, μέσα στα χρόνια, από δικαιώματα:   «Στ’ Αποστόλη του κουτούκι» (1965) του Απόστολου Καλδάρα

 «Τι να σου κάνει μια καρδιά» (1966) του Αντώνη Κατινάρη με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση,

«Πήρα απ’ τη νηότη χρώματα» (1966) του Απόστολου Καλδάρα με την Βίκυ Μοσχολιού,

«Όνειρο απατηλό» (1967) του Απόστολου Καλδάρα με τον Σταμάτη Κόκοτα

«Πετραδάκι, πετραδάκι» (1966) του Απόστολου Καλδάρα με τον Μιχάλη Μενιδιάτη (αν και στο δισκάκι με την εκτέλεση του Νίκου Ξανθόπουλου από το 1967, που επίσης ακούστηκε πολύ, το επώνυμό της δεν είναι αναγραμμένο).   

Φυσικά, υπήρχαν κι άλλα τραγούδια με το επώνυμό της τυπωμένο στις ετικέτες ή τα εξώφυλλα των δίσκων που δεν έκαναν όμως τις πολύ μεγάλες επιτυχίες από τα οποία επίσης θα λάμβανε τα ποσοστά της. Για παράδειγμα το τραγούδι της «Οδοιπόροι», που ακούγεται στον δίσκο του Κώστα Χατζή «Στις Γειτονιές του Κόσμου» 1969, ή η εκτέλεση του «Τι έχει και κλαίει το παιδί» του Σταύρου Ξαρχάκου, με τη φωνή της Μελίνας Μερκούρη 1965.  

«Όνειρο απατηλό», παρτιτούρα των εκδόσεων Φ. Νάκα Επίσης κάποια χρήματα θα πρέπει να της προσπόρισαν τα τραγούδια της που ήταν ενταγμένα στους πρώτους τουριστικούς δίσκους, όπως το «Όνειρο απατηλό» (που πούλησε πολύ ούτως ή άλλως) από το LP «Blue Summers / Γαλάζια Καλοκαίρια» 1969. Οι δίσκοι αυτοί πουλούσαν πολύ στα αεροδρόμια, στα λιμάνια, στα νησιά κ.λπ.  

Τότε ήταν ήδη αρκετά μεγάλη η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, ώστε να μπορέσει κάπως να επωφεληθεί, βελτιώνοντας τη ζωή της, καλύπτοντας τις ανάγκες της κ.λπ. Η ουσία είναι, και αυτό δεν θα πρέπει να το ξεχνάμε, πως πέθανε άψιλη και μάλλον ξεχασμένη από τους περισσότερους στις αρχές του 1972.  

Πώς έζησε όμως, στα σχεδόν 80 χρόνια της, αυτή η μεγάλη στιχουργός και ποιήτρια; Κανένα άλλο πρόσωπο του τραγουδιού μας δεν μπόρεσε να μυθοποιηθεί όπως η Παπαγιαννοπούλου. Γιατί δεν ήταν μόνο το υψηλής ποιότητας έργο της, αλλά είναι και η παρουσία της έξω από την τέχνη της, που την καθιστά μοναδική. Και είναι αυτός ο συνδυασμός, που, δυνητικά, μπορεί να αποτελέσει το καλύτερο σενάριο για μια ταινία, ένα βιβλίο, μια θεατρική παράσταση, ένα κόμικ κ.λπ. Μπορείς να το πας το στόρι όσο μακριά θέλεις…      

Γεννημένη στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας το 1896, όπως η ίδια ισχυριζόταν, η Ευτυχία είχε από μικρή έφεση στα γράμματα. Έτσι μάλλον φυσιολογικά έγινε δασκάλα. Παντρεύτηκε νωρίς, όπως παντρεύονταν τότε οι γυναίκες, τον αρκετά μεγαλύτερό της έμπορο Κωστή Νικολαΐδη, αποκτώντας μαζί του δύο κορίτσια, την Καίτη και τη Μαίρη.   Μετά τη σφαγή του Αϊδινίου, τον Ιούνιο του 1919, η Ευτυχία μαζί με τη μητέρα της Μαριόγκα και τις δύο κόρες της θα φύγουν με προορισμό τη Σμύρνη αλλά τελικά θα βρεθούν σε αντίθετη κατεύθυνση στην Αττάλεια και, θα φθάσουν στον Πειραιά, μέσα από ένα επεισοδιακό ταξίδι.  με την Ευτυχία να ξεκινά τη ζωή της όχι από την αρχή, αλλά από το μηδέν. (Ο άντρας της είχε σωθεί κι αυτός κι είχε φθάσει στην Ελλάδα με άλλο καράβι, μάλλον).  

Ήθελε να γίνει ηθοποιός και σε μια φιλανθρωπική παράσταση έπαιξε κάποιο ρόλο. την είδαν ο Νίκος Βέλμος και ο Αιμίλιος Βεάκης. Την πήγαν στην Μαρίκα Κοτοπούλη κι από τότε ρίχτηκε με τα μούτρα στο θέατρο….  

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, ως Ευτυχία Νικολαΐδου. Και προς τα τέλη της δεκαετίας του ’20 η Ευτυχία Νικολαΐδου έχει χωρίσει με τον πρώτο άντρα της, και γνωρίζει τον αστυφύλακα Γιώργο Παπαγιαννόπουλο, τον οποίον και ερωτεύεται.

Ασχολείται πάντα με το θέατρο, αλλά ασχολείται και με την ποίηση. Και κάπως έτσι, το 1931, ως Ευτυχία Νικολαΐδου πάντα, τυπώνει ένα βιβλίο με ποιήματα της, που το αποκαλεί Πνοές.  Το 1932 ο πρώτος άνδρας της πεθαίνει κι έτσι μπορεί πλέον να παντρευτεί τον Παπαγιαννόπουλο, κάνοντας μια νέα αρχή στη ζωή της. Παίζει στο θέατρο και γράφει όχι μόνο ποιήματα, αλλά και στίχους, όπως φανερώνει μια δημοσίευση στην εφημερίδα Μακεδονία της 15ης Ιανουαρίου 1932. Το στιχούργημά της «Λενιώ» θα μπορούσε να γίνει τραγούδι…  Η περίοδος αυτή, στα χρόνια του ’30, ήταν μάλλον δημιουργική για την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Υπό την έννοια πως συνεχίζει να παίζει στο θέατρο, να γράφει στίχους ή ποιήματα, ζώντας μιαν ήσυχη ζωή, μαζί με τον νέο σύζυγό της, τη μητέρα και τις κόρες της.

Η πρώτη κόρη της Μαίρη Νικολαΐδου ή Λαΐδου ακολουθεί την πορεία της στο θέατρο, εκεί όπου θα γνωρίσει τον ηθοποιό Φραγκίσκο Μανέλη τον οποίο και θα παντρευτεί το 1942. Από το γάμο τους θα γεννηθεί η Ρέα Μανέλη, γνωστή χορεύτρια του μουσικού θεάτρου κ.λπ. και συγγραφέας πολύ αργότερα του βιβλίου Η Γιαγιά μου η Ευτυχία.  

Πώς μπήκε η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου στο κύκλωμα του λαϊκού τραγουδιού;

Γνωρίζοντας τη Μαρίκα Νίνου που δούλευε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’40 ως ακροβάτισσα μέσω του Φραγκίσκου Μανέλη. Η Νίνου ήταν εκείνη που θα τη σύστηνε στον Τσιτσάνη. Όπως είχε πει και η ίδια η Παπαγιαννοπούλου:  «Ήταν το 1948 ή το ’49, ζούσε η μακαρίτισσα η Νίνου. Ήταν τουρκομερίτισσα… Τη γνώριζα… Άκουσε ένα δυο ποιήματά μου. “Να γνωρίσεις τον Τσιτσάνη” μου λέει. “Θα του χρειαστείς”».   Ο Τσιτσάνης, ήταν εκείνος που χρησιμοποίησε στίχους της λέγοντας ότι ήταν δικοί του και τον ενοχλούσαν πολύ οι δηλώσεις της Ευτυχίας, πως τα “Καβουράκια” ήταν δικά τη. Την κατηγορούσε ότι δεν μπορεί να γράψει ένα ολοκληρωμένο τραγούδι. Μου έδινε δυο στίχους, παράδειγμα “πήρα τη στράτα κι έρχομαι / μες στη βροχή και βρέχομαι” και το υπόλοιπο τραγούδι το έγραφα εγώ. Έτσι έγινε και με τα “Καβουράκια”. Μου έγραψε “στου γιαλού τα βοτσαλάκια / κάθονται δυο καβουράκια” κι αυτό ήταν όλο».  

Η Ευτυχία είναι γνωστό, πως μιλούσε συχνά και με στιχάκια, πετώντας ένα δίστιχο εδώ, ένα παραπέρα, η ουσία είναι πως τα συγκεκριμένα δίστιχα είναι απολύτως καθοριστικά, ώστε ακόμη κι ένας απλός στιχοπλόκος, πόσο μάλλον ο Τσιτσάνης, να μπορεί, στηριγμένος σ’ αυτά, να σχηματίσει ένα ολοκληρωμένο άσμα. Λίγους μήνες πριν πεθάνει, τον Μάρτιο του 1971 εκείνη έβαλε τα πράγματα στη θέση τους σε σχέση με τον Τσιτσάνη λέγοντας: «Μόνο τον Τσιτσάνη παραδέχομαι και τον Μάρκο τον Βαμβακάρη βέβαια. Έκανε ωραία πράγματα και ο Βασίλης. Αυτός μ’ έμαθε να γράφω. Εγώ φιλολογούσα. Έκανα κάτι πράγματα, ποιήματα, όπως αυτά που γράφω τώρα, αλλά αυτός με έμαθε να γράφω τραγούδια. Να επαναλαμβάνω ρεφραίν κουπλέ.

Η αρχή της δεκαετίας του ’50 την βρίσκει ανανεωμένη, μέσα από την καθολική επαφή της πια με τον λαϊκό στίχο, αλλά η ζωή θα της δείξει και μια και δυο φορές το σκληρό της πρόσωπο. Έχει ήδη πεθάνει η μητέρα της από το 1945, στα μέσα της δεκαετίας θα χάσει τον άντρα της Γιώργο Παπαγιαννόπουλο, ενώ το 1960 χάνει, αναπάντεχα, και την κόρη της Μαίρη Λαΐδου. Τα χτυπήματα είναι απανωτά για την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, που καλείται για άλλη μια φορά να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ζωής. Και το χαρτοπαίγνιο, ο τζόγος, είναι μία από τις διαφυγές της. Η άλλη είναι η στιχουργική, από την οποία συμπληρώνει τα προς το ζην, για να ικανοποιεί και το πάθος της και κάποιες από τις ανάγκες της.  

Τη δεκαετία του ’60 δημιουργικά βρισκόταν σε πολύ μεγάλη φόρμα, γράφοντας τον έναν αριστουργηματικό στίχο μετά τον άλλον.  Όπως γράφει και ο Λ. Παπαδόπουλος… «Ναι, η Γριά ήταν μεγάλο χαρτόμουτρο. Πού την έχανες, πού την έβρισκες, πάνω από την τσόχα, με την τράπουλα στο χέρι και με το τσιγάρο στα χείλη. Να παίζει, να χάνει και μετά να παίρνει τους δρόμους, για να μαζέψει κανα φράγκο, να ξεπληρώσει τα χρέη της και να ξαναπαίξει. Γι’ αυτό το καθημερινό ζεστό παραδάκι πουλούσε τα τραγούδια της για δυο πεντάρες, και ύστερα θυμότανε εκείνα που γίνονταν σουξέ κι άρχιζε να βρίζει τους συνθέτες τους και να ζητάει τα ποσοστά της! Οι άλλοι όμως, που την πιάνανε πάνω στην ανάγκη και της παίρνανε τα τραγούδια μ’ ένα χιλιάρικο, την είχαν βάλει να υπογράψει πως παραιτείται από κάθε δικαίωμα. Έτσι κέρδιζε κάποτε τη μάχη των εντυπώσεων, ο κόσμος πίστευε ότι το τάδε τραγούδι είναι δικό της, αλλ’ από παράδες τίποτα. Και δωσ’ του πάλι δανεικά και προκαταβολές, μια ζωή ολόκληρη»

Υπήρχαν περιπτώσεις όπου μια μεγάλη της επιτυχία θα μπορούσε να της αποφέρει από δικαιώματα ακόμη και 40 ή 50 χιλιάδες δραχμές, όταν εκείνη είχε εισπράξει στην καλύτερη περίπτωση λίγα κατοστάρικα. Και δεν είναι ότι την εκμεταλλεύονταν οι άλλοι, ότι την κορόιδευαν δίχως η ίδια να παίρνει χαμπάρι, είναι ότι εν γνώσει της έκανε κακό στον εαυτό της, στην τέχνη της, στην υστεροφημία της, γιατί είχε ανάγκη από άμεσο «ζεστό χρήμα» και όχι από «δικαιώματα», που θα τα εισέπραττε μήνες μετά.

Όπως είχε πει και η ίδια: «Εγώ γράφω τραγούδια και τα πουλώ. Από ‘κει και πέρα δεν ανακατεύομαι αν θα πιάσουν ή όχι, αν θα βγουν ή δεν θα βγουν σε δίσκους. Μόλις τα παραδώσω υπογράφω μια δήλωση παραιτήσεως από διάφορα δικαιώματα – ας πούμε απαρνούμαι τα πνευματικά μου τέκνα».  Και όμως η Παπαγιαννοπούλου δεν είχε καλή σχέση με τα λεφτά, δεν αγαπούσε το χρήμα. Ό,τι διεκδικούσε και μάζευε το χάλαγε την ίδιαν ώρα, οπότε ήταν μονίμως στο άσο.

Οι δυσκολίες και τα βάσανα της καθημερινότητας φαίνεται πως κινητοποιούσαν το ταλέντο της, παρά το υπνώτιζαν, με αποτέλεσμα η ποιότητα της παραγωγής της.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ανακαλύπτεται συνεχώς από τους νεότερους, που την θεωρούν πλέον είδωλο. Συνεργάζεται με δημιουργούς του «έντεχνου», όπως με τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Μάνο Λοΐζο, τον Βαγγέλη Πιτσιλαδή, Μανώλη Αγγελόπουλο, τον Κώστα Χατζή και, τον Δήμο Μούτση, ενώ από κοντά την έχουν οι ερευνητές του ρεμπέτικου και του λαϊκού, οι οποίοι και θα προσπαθήσουν να μάθουν από την Παπαγιαννοπούλου, για πρόσωπα και καταστάσεις του τραγουδιού μας. Επόμενο είναι να την ανακαλύψουν και τα πιο μέινστριμ έντυπα, που ζητούν να τους δώσει συνεντεύξεις.

Σε μια συνέντευξη στο περιοδικό ΓΥΝΑΙΚΑ το 1970 είπε:  «Το λαϊκό τραγούδι είναι ρωμαλέο. Δεν μπορεί να καταπιαστεί ο καθένας. Είναι λειτουργία μέσα στη ζωή. Είναι δυνατός αρμός που μας ενώνει με τα περασμένα, με την πλούσια παράδοσή μας σε λαϊκή τέχνη, λαϊκή μουσική. Είμαστε λαός ποιητής, τραγουδιστής, χορευτής… Βλέπετε τον Έλληνα, μερακλώνεται και σηκώνεται και χορεύει ζεϊμπέκικο. Ας είναι και βιομήχανος. Δεν λέω τον σνομπ, αλλά τον άλλο που παθιάζεται και στριφογυρίζει, ζώντας εκείνη τη στιγμή τους πόθους και τα όνειρά του. Τραγουδά και χορεύει τις λύπες του και τις χαρές του, βαλσαμώνει τον πόνο του, μεταμορφώνει σε ήχους τους χτύπους της καρδιάς του… Το λαϊκό μας τραγούδι ξεπήδησε από μια ανάγκη, γι’ αυτό είναι αληθινό, γι’ αυτό εξελίχθηκε. Πρέπει να ζυμωθείς με το λαό, να ζήσεις τους καημούς του. Γράφεται πρώτα με την καρδιά και το συναίσθημα και ύστερα με τεχνική. Και έτσι μόνο μας αναστατώνει, μας βάζει σε κίνηση, μας προβληματίζει…».    

Λίγο καιρό αργότερα η 79χρονη Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου θα έμπαινε για ακόμη μία φορά στο νοσοκομείο, αφήνοντας στις 7 Ιανουαρίου 1972 την τελευταία της πνοή, με λίγους ανθρώπους να της συμπαρίστανται εκείνες τις πολύ δύσκολες στιγμές της. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο συνθέτης, τραγουδιστής, φίλος και συνεργάτης της Κώστας Καρουσάκης οποίος είπε: «Με ειδοποίησαν ότι ήταν άσχημα και πήγα στο Λαϊκό Νοσοκομείο. Την είδα πολύ χάλια και είπα “Η Ευτυχία δεν τη βγάζει”… Μόλις με είδε, όμως, ζωντάνεψε και μου λέει: “Ξέρεις τι θέλω να μου πεις; Σαν βγαίνει ο χότζας στο τζαμί… αργά σαν σουρουπώνει”… Τραγουδάω τους δύο στίχους, υπήρχε κι ένας τρίτος που δεν τον θυμόμουν και μου τον είπε εκείνη. Της κρατούσα το χέρι και της τραγουδούσα. Μετά από λίγο ξεψύχησε…».  

https://www.youtube.com/watch?v=boBJWY1uOJc

Πηγή: www.lifo.gr

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here