Home Uncategorized ΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΗ ΕΝΤΥΠΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥΣ

ΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΗ ΕΝΤΥΠΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥΣ

Κάποιος κάποτε είπε ότι η «τσαέρα» είναι από την περίοδο της αγγλοκρατίας, από τη λέξη chair, προσθέτοντας πως η κυπριακή έχει δανειστεί πολλές λέξεις από τα αγγλικά, όπως είναι η τσαέρα ή το σταφύλι βέρικο από το very good..

Είναι αλήθεια ότι η κυπριακή έχει δανειστεί από τα αγγλικά λέξεις που δεν τις έχει δανειστεί η κοινή νέα ελληνική, ενώ πολύ περισσότερα αγγλικά δάνεια έχει το λεξιλόγιο των Κυπρίων του Λονδίνου.

‘Αν κοιτάξουμε την ιστορία της λέξης “τσαέρα” πρόκειται για λέξη παλιά, που υπάρχει σε δημοτικά τραγούδια, επομένως αποκλείεται να οφείλεται σε επίδραση της αγγλικής γλώσσας αφού η αγγλική κυριαρχία στην Κύπρο χρονολογείται από το 1877. Αυτός ο εμπειρικός κανόνας διατηρεί την ισχύ του και για την κοινή νέα ελληνική: λέξεις που υπήρχαν στη γλώσσα από τον 18ο-19ο αιώνα είναι απίθανο να έχουν αγγλική αρχή.

Η τσαέρα είναι λέξη παλιά, με μακρά και ενδιαφέρουσα ιστορία, που στα λατινικά γίνεται cathedra και περί το 1100 δίνει τον αρχαίο γαλλικό τύπο chaere/chaire από το οποίο αργότερα προέκυψε η σημερινή γαλλική λέξη για την καρέκλα, chaise (και η δική μας σεζλόνγκ).  

Για την ποικιλία σταφυλιού βέρικοTo βέρικο λέγεται έτσι επειδή εισήχθη στην Κύπρο περί το 1855 από την περιοχή των λόφων Μπέριτσι (Berici) στην Ιταλία, που είναι και σήμερα διάσημη για τα σταφύλια της και τα κρασιά της.

Ένας τυπικός κυπριακός μειωτικός χαρακτηρισμός προσώπου είναι ο «αμπάλατος». Αμπάλατος είναι ο αγροίκος, ο άξεστος, ο αγράμματος, ο ενοχλητικός. Και για τη λέξη αυτή ακούγεται ότι προέρχεται από το αγγλικό unbalanced. Η λέξη «αμπάλατος» βρίσκεται στο Άνθος των Χαρίτων, έργο του 15ου αιώνα. Δυστυχώς δεν υπάρχει ομοφωνία ανάμεσα στους μελετητές για την αρχή της λέξης κάποιοι την ανάγουν στο αμάρτυρο *αναπάλωτος (ανυποχώρητος) ενώ βρίσκεται και στο αραβικό balid, balada (ηλίθιος).

Το ρήμα «κουτσιώ» σημαίνει «ευστοχώ στο σημάδι, χτυπάω» ετυμολογείται από μερικούς από το αγγλικό «good shot». Στην πραγματικότητα, όπως αναφέρει ο Κ. Γιαγκουλλής στο λεξικό του, το «κουτσιώ» ή «κουτσίζω» αντιστοιχεί στο αρχαίο «κοκκίζω» και είχε αρχική σημασία «προσθέτω κόκκους κριθαριού στη ζωοτροφή» (διατηρείται ως σήμερα και αυτή η σημασία), μεταφορικά «διοχετεύω έντεχνα πληροφορίες».

Η λέξη «σικκιρτισμένος» (=απαυδισμένος) δεν προέρχεται από το αγγλ. sick and tired όπως πιστεύουν αρκετοί, αλλά από το τουρκικό sıkıldım (βαρέθηκα)

Το «νάμι» (το όνομα, η φήμη, η υπόληψη -βλ. και τη φρ. «εφκάλαμεν νάμι» δηλ. μας βγήκε το (κακό) όνομα) έχει την αρχή του στο αγγλικό name. Προέρχεται από το τουρκικό nam.

Το ρήμα Αγκρίζουμαι δεν μπροέρχεται από το αγγλικό ungry αλλά από το ελληνικό “Αγγρίζω” που θα πει ερεθίζω, ενοχλώ τα ζώα. Άγγρισμα είναι, σύμφωνα με τον ορισμό του Σεφέρη, «ο ύστρος των ζώων», αλλά για ανθρώπους είναι η δυσαρέσκεια. Αγγρισμένο άλογο είναι το ερεθισμένο, είτε σεξουαλικά είτε αλλιώς. Όλες οι λέξεις αυτής της οικογένειας ετυμολογούνται από το αρχαίο αγρίζω, από το άγριος.

Υπάρχουν όμως και γνήσιας αγγλικής προέλευσης λέξεις όπως το πόλιπιφ, που προέρχεται από το bully beef (κρέας ταύρου),

Και το τάσπιν, από το dustbin. 

Σπιιτφίξ, από την εμπορική ονομασία Speedfix.

Δείτε πιο κάτω πόσες εκατοντάδες τούρκικες λέξεις χρησιμοποιούμε καθημερινά

Αγιάζι (πρωινό ή νυχτερινό κρύο),

Αλάνα (ανοιχτός χώρος),

Αλάνι (αλήτης)

Γιακάς (περιλαίμιο),

Γιαπί (οικοδομή),

Γιαρμάς (ροδάκινο),

Γιαούρτι (πηγμένο γάλα)

Γιλέκο (περιθωράκιον)

Γινάτι (πείσμα),

Γιουρούσι (επίθεση)

Γκάιντα (άσκαυλος),

Γκέμι (χαλινάρι)

Γλέντι (διασκέδαση)

Γούρι (τύχη),

Γρουσούζης (κακότυχος),

Δερβένι (κλεισούρα),

Εργένης (άγαμος),

Ζαμάνια (μεγάλο χρονικό διάστημα),

Ζαρζαβατικά (λαχανικά),

Ζόρι (δυσκολία),

Ζουμπούλι (υάκινθος),

Καβγάς (φιλονικία),

Καβούκι (καύκαλο),

Καβουρδίζω (φρυγανίζω-ξεροψήνω),

Καζάνι (λέβητας),

Καΐκι (βάρκα)

Καλέμι (γραφίδα),

Καλούπι (μήτρα-πρότυπο),

Κάλπικος (κίβδηλος),

Καπάκι (σκέπασμα- κάλυμμα),

Καραούλι (φρουρά-σκοπιά),

Καρπούζι (υδροπέπων),

Κασμάς (αξίνα-σκαπάνη)

Κατσίκα (ερίφι-γίδα)

Καφάσι (κιβώτιο),

Κελεπούρι (ανέλπιστο εύρημα)

Κέφι (ευδιαθεσία)

Κιμάς (ψιλοκομμένο κρέας),

Κιόσκι (περίπτερο),

Κολάι (ευκολία-άνεση),

Κολαούζος (οδηγός),

Κόπιτσα (πόρπη),

Κοτζάμ (τεράστιος-πελώριος),

Κοτσάνι (μίσχος),

Κότσι (αστράγαλος),

Κουβαρντάς (γενναιόδωρος-ανοιχτοχέρης)

Κουβάς (κάδος-αγγείο),

Κουμπαράς (δοχείο χρημάτων),

Κουσούρι (ελάττωμα-μειονέκτημα),

Κουτουρού (ασύνετα-απερίσκεπτα),

Λαγούμι (υπόνομος-οχετός),

Λαπάς (χυλός),

Λεβέντης (ανδρείος-ευσταλής),

Λεκές (κηλίδα),

Λελέκι (πελαργός),

Λούκι (υδροσωλήνας),

Μαγιά (προζύμη-ζυθοζύμη),

Μαγκάλι (πύραυνο),

Μαγκούφης (έρημος),

Μαϊντανός (πετροσέλινο-μακεδονίσι)

Μαντζούνι (φάρμακο),

Μαούνα (φορτηγίδα)

Μανάβης (οπωροπώλης),

Μαράζι (φθίση),

Μαραφέτι (μικρό εργαλείο),

Μασούρι (μικρό ξύλο),

Μαχαλάς (συνοικία),

Μεζές (ορεκτικά),

Μελτέμι (άνεμος ετησίας),

Μενεξές (εύοσμο λουλούδι),

Μεντεσές (στρόφιγγα),

Μεράκι (πόθος),

Μερεμέτι (επισκευή-επιδιόρθωση)

Μουσαμάς (κερωμένο-αδιάβροχο ύφασμα),

Μουσαφίρης (φιλοξενούμενος-επισκέπτης),

Μπαγιάτικο (μη νωπό),

Μπαγλαρώνω (δένω-φυλακίζω),

Μπαϊράκι (σημαία)

Μπακάλης (παντοπώλης),

Μπαλτάς (πελέκι),

Μπάμια (ιβίσκος ο εδώδιμος),

Μπαμπάς (πατέρας),

Μπάμπαλης (ο πολύ γέρος),

Μπαξές (περιβόλι-κήπος),

Μπαρούτι (πυρίτιδα),

Μπατζάκι (κνήμη-σκέλη),

Μπατζανάκης (σύγαμπρος-συννυφάδα),

Μπατίρισα (πτωχεύω-χρεοκοπώ),

Μπαχαρικό (αρωματικό άρτυμα),

Μπεκρής (μέθυσος),

Μπελάς (ενόχληση),

Μπινές (κίναιδος-ασελγής)

Μπογιά (βαφή-χρώμα),

Μπογιατζής (ελαιοχρωματιστής)

Μπόι (ανάστημα-ύψος),

Μπόλικος (άφθονος)

Μπόρα (καταιγίδα)

Μπόσικος (χαλαρός),

Μποστάνι (λαχανόκηπος),

Μπούζι (πάγος-ψύχρα),

Μπουλούκι (στίφος-άτακτο πλήθος),

Μπουλούκος (καλοθρεμμένος-παχουλός),

Μπουνταλάς (κουτός-ανόητος),

Μπουντρούμι (φυλακή),

Μπουρί (καπνοσωλήνας),

Μπούτι (μηρός),

Μπούχτισμα (κορεσμός),

Νάζι (κάμωμα-φιλαρέσκεια),

Νταβαντούρι (σύγχυση)

Νταμάρι (φλέβα-λατομείο),

Νταμπλάς (αποπληξία),

Νταντά (παραμάνα-τροφός),

Νταραβέρι (συναλλαγή-αγοραπωλησία)

Ντελάλης (διαλαλητής),

Ντελής (παράφρονας),

Ντέρτι (καημός)

Ντιβάνι (κρεβάτι)

Ντιπ για ντιπ (ολωσδιόλου),

Ντουβάρι (τοίχος),

Ντουλάπι (ιματιοθήκη),

Ντουμάνι (καταχνιά-καπνός),

Ντουνιάς (κόσμος-ανθρωπότητα),

Παζάρι (αγορά-διαπραγμάτευση),

Παντζάρι (κοκκινογούλι-τεύτλο),

Πατζούρι (παραθυρόφυλλο),

Παπούτσι (υπόδημα),

Περβάζι (πλαίσιο θυρών),

Πιλάφι (ρύζι),

Πούστης (κίναιδος-ασελγής)

Ραχάτι (ησυχία)

Ρουσφέτι (χαριστική εξυπηρέτηση),

Σακάτης (ανάπηρος),

Σαματάς (θόρυβος),

Σεντούκι (κιβώτιο),

Σέρτικο (τσουχτερό, βαρύ),

Σινάφι (συντεχνία, κοινωνική τάξη),

ΣιντριβάνιΙ(πίδακας),

Σιρόπι (πυκνόρρευστο διάλυμα ζάχαρης),

Σαΐνι (ευφυής),

Σοβάς (ασβεστοκονίαμα),

Σόι (καταγωγή-γένος),

Σοκάκι (δρόμος),

Σόμπα (θερμάστρα),

Σουγιάς (μαχαιράκι),

Σουλούπι (μορφή-σχήμα)

Ταβάνι (οροφή),

Ταμπλάς (αποπληξία-συγκοπή),

Ταπί (χωρίς χρήματα)

Ταραμάς (αυγοτάραχο),

Τασάκι (σταχτοδοχείο),

Ταχίνι (αλεσμένο σουσάμι),

Ταψί (μαγειρικό σκεύος),

Τεκές (καταγώγιο)

Τεμπέλης (οκνηρός-ακαμάτης),

Τενεκές (δοχείο),

Τερτίπι (τέχνασμα-απάτη),

Τεφαρίκι (εκλεκτό-αριστούργημα),

Τεφτέρι (κατάστιχο)

Τζάκι (παραγώνι),

Τζάμι (υαλοπίνακας-γυαλί),

Τζάμπα (δωρεάν),

Τζαναμπέτης (κακότροπος-δύστροπος),

Τόπι (σφαίρα),

Τουλούμι (ασκός),

Τουλούμπα (αντλία),

Τουμπεκί (σιωπή),

Τράμπα (ανταλλαγή),

Τσαίρι (λιβάδι-βοσκοτόπι),

Τσακάλι (θώς),

Τσακίρης (γαλανομάτης),

Τσακμάκι (αναπτήρας),

Τσάντα (δερμάτινη θήκη),

Τσαντίρι (σκηνή),

Τσαπατσούλης (ανοικοκύρευτος-άτσαλος),

Τσάρκα (επιδρομή-περιπλάνηση),

Τσαντίζω (εξοργίζω-προσβάλω),

Τσαχπίνης (κατεργάρης-πονηρός),

Τσέπη (θυλάκιο)

Τσιγκέλι (αρπάγη-σιδερένιο άγκιστρο),

Τσιγκούνης (φιλάργυρος)

Τσιμπούκι (καπνοσύριγγα),

Τσιράκι (ακόλουθος),

Τσίσα (ούρα)

Τσίφτης (άψογος-ικανός) **αυτό είναι μάλλον λάθος, διότι ο τσίφτης πρέπει να πρόερχεται από τα αλβανικά· αντικαταστήστε το με το “τσιφλίκι”

Τσιφούτης (φιλάργυρος),

Τσομπάνης (βοσκός-ποιμένας)

Τσουβάλι (σακί),

Τσουλούφι (δέσμη μαλλιών),

Τσογλάνι (νέος)

Τσοπάνης (βοσκός) Υπάρχει και πιο πάνω, ας βάλω στη θέσητου το τσουρέκι να μη χαλάσει η αρίθμηση

Φαράσι (φτυάρι-σκουπιδολόγος),

Φαρσί (τέλεια-άπταιστα),

Φιντάνι (φυτώριο),

Φιστίκι (πιστάκη),

Φιτίλι (θρυαλλίδα),

Φλιτζάνι (κύπελλο),

Φουκαράς (κακομοίρης-άθλιος),

Φουντούκι (λεπτοκάρυο-λεφτόκαρο),

Φραντζόλα (ψωμί),

Χαβάς (μουσικός σκοπός)

Χαβούζα (δεξαμενή νερού),

Χάζι (ευχαρίστηση),

Χαλαλίζω (συγχωρώ),

Χάλι (άθλιο),

Χαλί (τάπητας),

Χαλκάς (κρίκος),

Χαμάλης (αχθοφόρος)

Χαμπάρια (αγγελία-νέα),

Χάνι (πανδοχείο),

Χάπι (καταπότι),

Χαράμι (άδικα),

Χαρμάνης (χασισοπότης),

Χαρτζιλίκι (μικρό χρηματικό ποσό),

Χασάπικο (κρεοπωλείο),

Χατίρι (χάρη),

Χαφιές (καταδότης),

Χουζούρεμα (ανάπαυση),

Χούι (ιδιοτροπία),

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here