Home ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ Η ΚΑΘΑΡΗ ΕΙΚΟΝΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ

Η ΚΑΘΑΡΗ ΕΙΚΟΝΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ

1974…Ο ψυχρός πόλεμος Κύπρου Ελλάδος ήταν πλήρη εξέλιξη. Στην Ελλάδα η Χούντα του Ιωαννίδη, διαδέχθηκε με πραξικοπηματικό τρόπο, τη Χούντα των Συνταγματαρχών η οποία κυβερνούσε την από το 1967…

Την ΕΦ Κύπρου στελέχωναν και περίπου 650 Έλληνες αξιωματικοί εκτός της ΕΛΔΥΚ.

Ο Μακάριος στα τέλη Ιουνίου αποφάσισε να έλθει σε μετωπική σύγκρουση με την Χούντα του Ιωαννίδη και να θέσει τη Κυπριακή Εθνική Φρουρα κάτω από τον έλεγχο του. Για αυτό το θέμα έστειλε επιστολή προς τον στρατηγό Γκιζίκη με ημερομηνία 2 Ιουλίου 1974 και που του επιδόθηκε από τον τότε πρέσβη της Κύπρου στην Ελλάδα δύο ημέρες μετά.

Τότε παραιτήθηκε ο υπεύθυνος κυπριακών υποθέσεων Ι. Τζούνης και ο υπουργός εξωτερικών. Επίσης αντίγραφο αυτού του μηνύματος επιδόθηκε στον Κ. Καραμανλή στο Παρίσι καθώς και στον μέχρι πρότινος Βασιλέα Κωνσταντίνο στο Λονδίνο.

Ο εκδότης Σάββας Κωνσταντόπουλος μετέβη μία εβδομάδα πριν το πραξικόπημα στη Κύπρο υπό την έγκριση των Γκιζίκη και Ανδρουτσόπουλου, ο ίδιος ήταν προσωπικά γνώριμος με τον Μακάριο. Σύμφωνα με κάποιες πηγές ο Κωνσταντόπουλος πήγε στην Κύπρο, για να αλλάξει τη γνώμη της κυπριακής κυβέρνησης σχετικά με το θέμα των αποχωρήσεων, γιατί οι ελληνοτουρκικές σχέσεις επιδεινώνονταν στις συνομιλίες που γίνονταν στην Οττάβα, (στα πλαίσια της εκεί τότε Διάσκεψης του ΝΑΤΟ, όπου είχαν μια τελευταία συνάντηση οι Τετενές και Γκιουνές). Ο Κωνσταντόπουλος είπε να φύγουν μόνο οι Έλληνες αξιωματικοί που δεν υπακούν την κυβέρνηση Μακαρίου. Ο Μακάριος συμφώνησε και στην επόμενη συνάντηση παρέδωσε ένα κατάλογο 11 ονομάτων ανεπιθύμητων Ελλήνων αξιωματικών. Ωστόσο, συμφωνία αυτή δεν έγινε δεκτή από την Χούντα του Ιωαννίδη στις 13-7, ενώ σύμφωνα με κάποιες πηγές το πραξικόπημα είχε ήδη δρομολογηθεί.

Διοργανωτές

Ο Ιωαννίδης έκανε σχέδια ανατροπής του Μακαρίου από την Άνοιξη του 1974 αλλά η τελική απόφαση του πάρθηκε στις 2 Ιουλίου όταν έγινε φανερό ότι ο Μακάριος θα μείωνε στο μισό τον αριθμό των στρατιωτών της Εθνικής Φρουράς (απόφαση της Κυπριακής κυβέρνησης τη 1η Ιουλίου) μέχρι τις 20 Ιουλίου. Για τον εθνικιστή Ταξίαρχο η απώλεια του στρατιωτικού ελέγχου της Κύπρου από την Ελλάδα ήταν αδιανόητη καθ΄ην στιγμή η Τουρκία άρχισε να εντείνει την πίεση στο Αιγαίο. Επίσης ο Ιωαννίδης ανησυχούσε ότι ο Μακάριος θα ηγείτο του αντιχουντικού αγώνα με βάση την Κύπρο.

Σχέδιο επιχείρησης

Σύμφωνα με το σχέδιο όπως αυτό είχε καταρτισθεί προέβλεπε σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα, την ταχύτατη προσβολή του προεδρικού μεγάρου από δύο δυνάμεις τεθωρακισμένων, 600 συνολικά ανδρών, που θα έφθαναν και θα ενεργούσαν από δύο διαφορετικά σημεία αφού προηγουμένως είχαν εξουδετερώσει προσκείμενες στον Μακάριο δυνάμεις, όπως την προεδρική φρουρά και ένα ειδικό αστυνομικό σώμα. Αμέσως μετά την επιδιωκόμενη δολοφονία του Μακαρίου τούτο θα δηλωνόταν αμέσως δια παντός πρόσφορου επικοινωνιακού μέσου όπου και θα ξεκίναγε η διαδικασία της έκτακτης πολιτικής αντικατάστασής του, με επιβολή στρατιωτικού νόμου.

Κινήθηκαν δύο μηχανοκίνητες φάλαγγες με περίπου 40 άρματα και 20 οχήματα με αντίστοιχο στρατό για την επίτευξη του αντικειμενικού σκοπού που ήταν η δολοφονία ενός ατόμου, του Προέδρου και ο κανονιοβολισμός του προεδρικού μεγάρου.

15 Ιουλίου

Εκείνη την ώρα τίποτε δεν είχε εκδηλωθεί ακόμα στην Κύπρο. Ο Μακάριος με την συνοδεία του κατέρχονταν από τη θερινή κατοικία του, στο Τρόοδος, όπου είχε περάσει το Σαββατοκύριακο, και διερχόμενος κοντά από το στρατόπεδο Κοκκινοτριμυθιά που ήταν το κύριο στρατόπεδο της ΕΦ και η βάση των τεθωρακισμένων κατευθύνθηκε στη Λευκωσία, στο Προεδρικό Μέγαρο, στο οποίο και έφθασε περί τις 08:10.

Στις 08:15, δύο ισχυρές φάλαγγες αρμάτων εξήλθαν στο οδικό δίκτυο, η μία από το στρατόπεδο Κοκκινοτριμυθιάς, που αποτελούταν από όλα τα άρματα της Κυπριακής Εθνοφρουράς, περίπου 35 ρωσικής προέλευσης τύπου Τ-34, και με δύναμη 300 ανδρών, με κύριο σκοπό την εξουδετέρωση της Προεδρικής Φρουράς, (δύναμη 150 ανδρών), δίπλα στο Προεδρικό Μέγαρο και η δεύτερη φάλαγγα από το στρατόπεδο Καποτά (Παλλουριώτισσα) με κάποια λίγα άρματα βρετανικής προέλευσης τύπου ΜΗ και 20 οχήματα που μετέφεραν μονάδα ΛΟΚ (32 ΜΚ και ένα λόχο της 31 ΜΚ) περίπου 300 ανδρών με σκοπό την εξουδετέρωση του αστυνομικού Εφεδρικού σώματος που έδρευε περίπου 1 χλμ. μακρύτερα του Προεδρικού Μεγάρου.

Στη συνέχεια οι δύο φάλαγγες θα συνέκλιναν και περικυκλώνοντας θα πυρπολούσαν κανονιοβολώντας το Μέγαρο της Προεδρίας. Τελικά οι δυνάμεις που έλαβαν μέρος ήταν η 31η και η 33η μοίρες καταδρομών, η ύλη αρμάτων της 21ης επιλαρχίας μέσων αρμάτων και της 23ης επιλαρχίας αναγνώρισης, 2 τάγματα πεζικού από την Κερύνεια και 2 λόχοι της ΕΛΔΥΚ. Διοικητής των αρμάτων της 21ης ήταν ο επίλαρχος Κορκόντζελος, της 23ης ο αντισυνταγματάρχης Λαμπρινός, ενώ των καταδρομών ο ταγματάρχης Δαμασκηνός.

Ο Μακάριος φθάνοντας στο γραφείο του στις 08:15 δέχθηκε μια σχολική αντιπροσωπεία από την Αίγυπτο που τον ανέμενε. Τη στιγμή της προσφώνησης εκ μέρους του συνοδού καθηγητή από χειρογράφου, ακούστηκαν υπόκωφοι κανονιοβολισμοί. Ο Μακάριος καθησυχάζοντας τον καθηγητή τον παρότρυνε να συνεχίσει. Όταν και πάλι ακούστηκαν δυνατότεροι οι κανονιοβολισμοί που προέρχονταν από το στρατόπεδο του Εφεδρικού σώματος, που υπερασπιζόταν ο ταγματάρχης Πανταζής και όλοι έδειχναν ανήσυχοι, ο Μακάριος επανέλαβε ατάραχος “συνέχισε παιδί μου”. Τη στιγμή όμως εκείνη όρμησαν στην αίθουσα υποδοχής ο υπασπιστής του Μακαρίου με τον διοικητή της Προεδρικής Φρουράς, προειδοποιώντας τον για την επίθεση και παροτρύνοντάς τον να φύγει.

Ο Μακάριος με πολιτική περιβολή και φέροντας τραγιάσκα οδηγείται από τους συνοδούς του στην πίσω έξοδο ασφαλείας του μεγάρου, που παραμένει αφύλακτη και μέσα από ένα ξεροπόταμο φθάνει σε δημόσιο δρόμο. Τα δε παιδιά κυριολεκτικά είχαν φυγαδευτεί από την κυρία είσοδο του κτιρίου.

Την κρίσιμη στιγμή εκείνη και ενώ πίσω του βάλλεται και πυρπολείται το προεδρικό μέγαρο, φθάνει απόσπασμα του Εφεδρικού που σπεύδει να προστατέψει τον Μακάριο. Τελικά αστυνομικό όχημα ακολουθώντας αγροτικούς δρόμους μεταφέρει τον Πρόεδρο με ασφάλεια σε ένα μοναστήρι, στο Τρόοδος. Εκεί ο Πρόεδρος ακούει τον ραδιοφωνικό σταθμό της Λευκωσίας, που ήδη είχε περιέλθει στους πραξικοπηματίες, να επαναλαμβάνει το θάνατό του.

Στις 11:00 ο ταξίαρχος Γεωργίτσης ενημερώνει τον ομόβαθμό του Ιωαννίδη στον ειδικό θάλαμο επιχειρήσεων του τότε Πενταγώνου (στην Αθήνα), που παρακολουθεί την εξέλιξη μαζί με τους αρχηγούς των Όπλων ότι η επιχείρηση τελείωσε με επιτυχία. Μία ώρα αργότερα ενημερώνεται για τη διαφυγή του Μακάριου.

Στις 13:00 ο Μακάριος ακολουθώντας άλλη διαδρομή κατήλθε από το Τρόοδος και φέροντας ράσα κατευθύνθηκε στην Πάφο, όπου και εισερχόμενος στον εκεί καθεδρικό ναό, μέσα από ένα πλήθος που παραληρούσε βλέποντάς τον, με γεμάτη πάθος φωνή αναγγέλλει προ του μικροφώνου του εκεί ραδιοφωνικού σταθμού:

“Ελληνικέ Κυπριακέ λαέ! Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις ποίος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος. Είμαι εκείνος τον οποίον συ εξέλεξες διά να είναι ηγέτης σου. Δεν είμαι νεκρός, όπως η χούντα των Αθηνών και οι εδώ εκπρόσωποί της θα ήθελαν…”

Το μήνυμα αυτό αν και δεν ακούγονταν δυνατά λόγω της περιορισμένης εμβέλειας του ραδιοφωνικού σταθμού, έγινε αμέσως γνωστό από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Τέλ Αβίβ που το είχε λάβει και με τον ισχυρό πομπό του άρχισε ν΄ αναμεταδίδει προς όλο τον κόσμο το φορτισμένο εκείνο μήνυμα, διακόπτοντας συνεχώς τη ροή του προγράμματός του, για να αναγγείλει ότι ο Μακάριος ζει.

Στις 15:00 οι πραξικοπηματίες στη Κύπρο, μη έχοντας πιθανώς γνωστά τα τεκταινόμενα στη Πάφο, δεδομένου ότι είχαν διακοπεί οι τηλεφωνικές συνδέσεις, παραβλέποντας τον εκ του συντάγματος νόμιμο διάδοχο στη θέση του προέδρου που ήταν ο τότε πρόεδρος της κυπριακής βουλής των αντιπροσώπων Γλάυκος Κληρίδης, επιλέγουν (και συγκεκριμένα ο Συνταγματάρχης Καταδρομών Κομπόκης, αφού προηγουμένως αποτάνθηκε μάταια σε κάποια άλλα πρόσωπα) τον δημοσιογράφο και βουλευτή τότε Νικόλαο Σαμψών.

Λίγη ώρα μετά, ο Σαμψών ορκίζεται Πρόεδρος της δημοκρατίας Κύπρου, εκφωνεί και το διάγγελμα επί την ανάληψη των καθηκόντων του κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο, χωρίς όμως να προβεί σε διάλυση της Βουλής, ή σε δίωξη πολιτικών προσώπων. Στη θέση αυτή θα παραμείνει για οκτώ ημέρες. Στη τελετή ορκωμοσίας του χοροστάτησε ο καθαιρεθείς πριν ένα χρόνο, επίσκοπος Γεννάδιος (πρώην Πάφου), ο οποίος και ορίστηκε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Σημειώνεται ότι ο επίσκοπος Γεννάδιος μαζί με τους επισκόπους Ανθέμιο, (πρώην Κιτίου) και Κυπριανό, (πρώην Κερύνειας), είχαν προκαλέσει Συνοδικό πραξικόπημα το 1973, τους οποίους στη συνέχεια καθαίρεσε ο Μακάριος προκαλώντας Μείζονα Σύνοδο, στην οποία αν και προσκλήθηκαν η Εκκλησιά της Κύπρου και το Οικουμενικό πατρειαρχείο, δεν παρευρέθησαν.

Το ίδιο απόγευμα φαινόταν ότι το πραξικόπημα είχε τελικά επικρατήσει με απολογισμό 91 νεκρούς και 250 τραυματίες μη πιστεύοντας κανείς τι θα επακολουθούσε 5 μέρες αργότερα στις 20 Ιουλίου 1974.


LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here