ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Ο ΣΚΙΟΥΡΟΣ ΚΑΙ Η ΡΟΔΑΚΙΝΙΑ

0

Κάποτε ήταν ένας Σκίουρος με ανήσυχο και δημιουργικό πνεύμα, χάρη στο οποίο μια μέρα αποφάσισε να απομακρυνθεί από το δάσος με τις Βελανιδιές, για να ψάξει για καινούριες μορφές σύνδεσης με το Πνεύμα και ολοκλήρωσης του εαυτού.

Στο δρόμο του ήταν εκείνη η στιγμή καθοριστική, όταν βγαίνοντας από ένα σκιερό δάσος, αντίκρισε μια λαμπρή πεδιάδα με πολλαπλούς καταπράσινους λοφίσκους και άλλους μεγαλύτερους και μικρότερους λόφους.

Ιδιαίτερα η προσοχή του έπεσε στον ψηλότερο λόφο της πεδιάδας, όπου για πρώτη φορά είδε ένα θαυμαστό δέντρο να στέκεται αγέρωχο, με τη φυλλωσιά του να χορεύει στις πνοές του Αέρα σχηματίζοντας σκιερούς και φωτεινούς αστερισμούς γύρω του, χάρη στο φως του Ήλιου που έπεφτε πάνω του. Το δέντρο είχε στα κλαδιά του μπόλικους ζουμερούς βελούδινους πορτοκαλοκόκκινους καρπούς: ήταν μια Ροδακινιά.

Ο Σκίουρος ένιωσε αμέσως να μαγνητίζεται από αυτό το δέντρο. Η έλξη της ψυχής του κατεύθυνε τα βήματά του ακριβώς εκεί κάτω από τη Ροδακινιά και με ανοιχτό στόμα τη θαύμαζε για ώρα. Έως που κάποια στιγμή μια γνώση ήρθε από μέσα του, ότι δεν ήθελε πια να πάει αλλού, ότι θα έμενε εκεί.

Και είπε: -Τι υπέροχα κλαδιά έχεις Ροδακινιά μου! Μεγάλα, μικρά, δυνατά, στέκουν σαν να προσεύχονται κάτω από τον ουρανό! Θα θελα να φτιάξω ένα σπίτι στα κλαδιά σου, να μένω εκεί!

Και η Ροδακινιά απάντησε: –Έλα να μείνεις στα κλαδιά μου!

Ο Σκίουρος καταχαρούμενος, έπιασε αμέσως δουλειά. Χρειάστηκε να κόψει μερικά από τα κλαδιά της για να φτιάξει το σπίτι του, και ύστερα από μόλις λίγες ώρες, είχε εγκατασταθεί στην αριστερή πλευρά του δέντρου. Το έφτιαξε από τον ενθουσιασμό του τόσο μεγάλο, που βάραινε τα κλαδιά όπου στηρίζονταν τα θεμέλια, και έτσι η Ροδακινιά αναγκάστηκε να γύρει λίγο.

Εκεί πέρασε τη νύχτα του και κοιμήθηκε με ανοιχτά μάτια, καλύτερα από ποτέ. Ξημέρωσε, βγήκε ο ήλιος, και καθώς πέρναγε η ώρα άρχισε η ζέστη. Τότε ο Σκίουρος είπε:

-Τι θαυμαστή φυλλωσιά έχεις Ροδακινιά μου! Είναι πυκνή, καταπράσινη..και τα φύλλα σου θαρρείς και σχηματίζουν το σχήμα της καρδιάς! Να πάρω κι εγώ από τη φυλλωσιά σου να κάνω σκιά για το σπίτι μου;

Και η Ροδακινιά απάντησε: -Ναι, να πάρεις!

Έτσι ο Σκίουρος έκοψε μέρος της φυλλωσιάς και έκανε μια μεγάλη σκιά στην αυλή του ξυλόσπιτού του, για να μπορεί να κάθεται εκεί κάθε ώρα της ημέρας και να απολαμβάνει το τοπίο.

Ήταν ευτυχισμένος έτσι όπως ξάπλωνε στην αυλή του και χάζευε το μπλε του ουρανού μέσα από τις διάσπαρτες τρύπες της φυλλωσιάς. Κάπου όμως ένιωσε την κοιλιά του να γουργουρίζει και συνειδητοποίησε ότι πείναγε. Και είπε στη Ροδακινιά: -Τι υπέροχους βελούδινους και ζουμερούς καρπούς έχεις Ροδακινιά μου! Να πάρω μερικούς να φάω;

Και η Ροδακινιά είπε: -Να πάρεις Σκίουρε, να φας.

Και με τρελή χαρά έκοψε ο Σκίουρος και ένα και δύο και τρία Ροδάκινα, που ήταν τόσο γευστικά που του τρέξανε τα σάλια! Δεν κρατήθηκε στον πειρασμό, και έκοψε μερικά ακόμα. Το ζουμί τους τον εκστασίαζε, και αναρωτήθηκε πώς γινόταν τόσο καιρό να τρώει ξερά βελανίδια. Έτσι πέρασαν μερικές μέρες και μερικές νύχτες και ήρθε ένα πρωινό που ο Σκίουρος ξεκουρασμένος καλά, είπε να αρχίσει να εξερευνά και την υπόλοιπη Ροδακινιά.

Κατεβαίνοντας τα κλαδιά, γαντζώθηκε στον κορμό της και τότε ένιωσε πόσο απαλή υφή είχε και τι ωραία που ήταν να σκαρφαλώνει και να παίζει πάνω του. Και της είπε: -Τι λείο και μαλακό κορμό έχεις Ροδακινιά μου, θέλω να παίζω και να σκαρφαλώνω πάνω του!

Και η Ροδακινιά του απάντησε: -Εντάξει Σκίουρε, να προσέχεις όμως, γιατί με τα νύχια σου μου αφήνεις σημάδια πάνω στον κορμό και με πονάς λιγάκι.

-Σύμφωνοι, θα προσέχω! Είπε καταχαρούμενος ο Σκίουρος, μα παρασύρθηκε τόσο από το παιχνίδι, που ουλές άρχισαν να σχηματίζονται διάσπαρτα πάνω στον κορμό της Ροδακινιάς. Δεν αντιστάθηκε όμως, τρόχισε λίγο και τα δόντια του.

Ήρθε και η επόμενη μέρα, και καθώς έπαιζε στον κορμό της έπεσε στο έδαφος, εκεί που ξεκίναγαν οι ρίζες της Ροδακινιάς. Τότε κατάλαβε εκστασιασμένος, ότι αυτό το υπέροχο δέντρο, είχε έναν δικό του μυστικό κόσμο που το κράταγε τόσο δυνατό και όμορφο: βαθιές, γερές ρίζες! Αδημονούσε να γνωρίσει τον μυστικό αυτό κόσμο, των ριζών της Ροδακινιάς. Πώς διακλαδίζονταν; Πόσο βαθιά μέσα στο χώμα να έφταναν; Τι άλλη ζωή να υπήρχε εκεί κάτω;

Και είπε στη Ροδακινιά: -Ροδακινιά μου, είσαι τόσο φανταστική γεμάτη εκπλήξεις και μυστήρια, από τότε που ήρθα εδώ είμαι πραγματικά ευτυχισμένος, είσαι ο προορισμός μου! Θέλω τώρα να γνωρίσω τις ρίζες σου, θέλω να σκάψω το χώμα και να δω από πού πίνεις νερό!

Και η Ροδακινιά είπε: -Σκίουρε, οι ρίζες μου φτάνουν βαθιά και εκεί πράγματι θα βρεις νερό, σκάψε, αλλά όχι πολύ βαθιά, γιατί στα βάθη που φτάνουν ούτε εγώ δεν έχω πάει!

Ο Σκίουρος καταχαρούμενος τη φίλησε και έσκαψε λίγο να δει πώς επικοινωνούσαν οι ρίζες. Εκεί σκάβοντας ανακάλυψε νωπό μεστό χώμα, και δρόσισε τη ραχοκοκαλιά του, και τρόχισε τα νύχια του και έπαιξε με κάτι σκουληκάκια και άλλα ζουζούνια που ζούσαν εκεί.

Μια άλλη μέρα, όταν είδε ότι η Ροδακινιά ατένιζε το Ηλιοβασίλεμα σιωπηλή, της είπε: -Ροδακινιά μου, τι όμορφη που είσαι έτσι όπως θωρείς το Ηλιοβασίλεμα! Θα έρθω μαζί σου, να το κοιτάμε μαζί!

Και κάποια νυχτιά, είδε ότι η Ροδακινιά συνομιλούσε με το Φεγγάρι, και είπε: -Ροδακινιά μου μονάκριβη, τι λες με το Φεγγάρι; Θα έρθω και εγώ να κάτσω ήσυχα εκεί δα να, να σας θαυμάζω. Δε θα σας ενοχλήσω καθόλου!, συμπλήρωσε, γιατί ένιωθε ότι αυτά που έλεγαν ήταν Ιερά Μυστικά της Νύχτας. Μα δεν κρατήθηκε και κάποια στιγμή ρώτησε κι αυτός το Φεγγάρι να του αποκαλύψει, το μόνο ερώτημα που πια διαπότιζε την καρδιά του και τον ενδιέφερε, και κρυφά μέσα του, ήθελε να το απευθύνει πρωτίστως στη Ροδακινιά:

«Φεγγάρι μου σοφό, εσύ που μας κοιτάς με το ασημένιο σου βλέμμα από εκεί πάνω, πες μου, με αγαπάει η Ροδακινιά μου όσο την αγαπώ εγώ; Γιατί εγώ θέλω να μείνω μαζί της για πάντα! Κάθε μου σχέδιο, κάθε μου πλάνο, έχει μέσα τη Ροδακινιά μου, και δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτήν! Από την πρώτη στιγμή που την είδα, ήξερα, ότι είμαστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον! Όσα μου έδωσε, πίσω θα της τα δώσω πολλαπλά, θα είμαι αφοσιωμένος για πάντα, για να την κάνω να είναι ευτυχισμένη, για να την προστατεύω, για να τη φροντίζω. Είμαι χαρούμενος με μόνο αυτό, έφτασα στον προορισμό μου Φεγγάρι σοφό, δεν θέλω τίποτα άλλο, παρά να ατενίζουμε το Ηλιοβασίλεμα κάθε μέρα μαζί και κάθε βράδυ να κοιμόμαστε αγκαλιασμένοι!

Μα το Φεγγάρι δεν απάντησε, γιατί ήταν προχωρημένη η ώρα και ετοιμαζόταν να φύγει για τα άλλα μέρη της γης. Ο Σκίουρος θορυβημένος, δεν έκλεισε μάτι έως το χάραμα, και με τις πρώτες ακτίνες του Ήλιου, ξεκίνησε να πάει μια βόλτα στους λόφους της πεδιάδας. Είχε καιρό να νιώσει το χορτάρι στα πόδια του μακριά από τη Ροδακινιά..Ξεχάστηκε συνομιλώντας με μερικά ζουζούνια του αγρού και κατεύνασε τον πόνο του ξαπλώνοντας σε κάτι κίτρινα αγριολούλουδα.

Έλειψε μια ολόκληρη μέρα, και με νέες δυνάμεις, πιο συνειδητοποιημένος από ποτέ πήρε το δρόμο του γυρισμού προς τη Ροδακινιά. Ήξερε… Γιατί κι αν έλειψε, κάθε στιγμή η σκέψη του ήταν εκεί, ήταν σ’αυτήν. Αποφασισμένος, θα της έλεγε πόσο πολύ την αγαπάει, θα της έλεγε ότι η ζωή του πλέον είχε νόημα μόνο κοντά της!

Φτάνοντας ξανά στο λόφο από όπου για πρώτη φορά είχε αντικρύσει τη Ροδακινιά, παρασυρμένος από το φουντωμένο με συναισθήματα στήθος του, έριξε μια εστιασμένη ενθουσιώδη ματιά: και τότε είδε, κάτι που από κοντά δεν είχε αντιληφτεί, ότι η Ροδακινιά του είχε γύρει αρκετά από το μέρος του δεντρόσπιτού του, ενώ από την άλλη πλευρά υπήρχαν μεγάλα κενά στις φυλλωσιές της. Κοιτάζοντας καλύτερα, διέκρινε τις ουλές στον κορμό της, και κάποιες ρίζες που λες και είχαν ξεράσει και σάπιζαν πάνω από το έδαφος. Εκεί κείτονταν και κάποια μισοφαγωμένα ροδάκινα και ήταν αυτά περισσότερα από όσα είχαν μείνει στα κλαδιά της.

Ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται, και την αγάπη του για τη Ροδακινιά να φουντώνει φλογισμένη! Φτάνοντας την αγκάλιασε σφιχτά και της είπε: «Ροδακινιά μου, σε αγαπώ, και δεν θα σε αφήσω ποτέ!…θα σε φροντίζω, και θα μείνω κοντά σου για πάντα!»…

Όταν το δάκρυ του έπεσε στον κορμό της, εκείνη του είπε: -Σκίουρέ μου καλέ, ήταν θαύμα το ότι σε γνώρισα, και περάσαμε τόσο όμορφες στιγμές μαζί! Αποφάσισα όμως τώρα να πάω ένα μικρό ταξίδι στη Μητέρα Πηγή στο δάσος, όπου η Μάγισσα Λίμνη θα καταπραύνει τις πληγές μου. Θέλω να γίνω ξανά δυνατή και ζουμερή!

Ο Σκίουρος κλαίγοντας αναφώνησε: «ναι Ροδακινιά μου, θα έρθω κι εγώ να σε βοηθήσω να φτάσεις γρηγορότερα!»

Και η Ροδακινιά του απάντησε: -Όχι Σκίουρε καλέ, εκεί πρέπει να πάω μόνη μου, γιατί η Μάγισσα Λίμνη μιλάει μόνο σε έναν τη φορά!». Και έτσι, απλά, τον αποχαιρέτησε και έφυγε για το δάσος.

Πέρασαν δυο μέρες που ο Σκίουρος έκλαιγε απαρηγόρητος και βασανιζόταν η ψυχή του. Την τρίτη όμως μέρα, ο Ήλιος ήταν τόσο λαμπερός, που λες και τον σήκωσε το εκτυφλωτικό φως και άρχισε να τρέχει. Έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε για ώρες, όταν λαχανιασμένος πια σταμάτησε και συνειδητοποίησε ότι είχε βρεθεί στο Βελανιδόδασός του! Πόσο του είχαν λείψει οι Βελανιδιές του!!! Αμέσως οι σκίουροι φίλοι του έτρεξαν να τον προυπαντήσουν. Του έδωσαν να φάει και να πιεί, και πόσα βελανίδια έφαγε, μονάχα το στομάχι του ξέρει, που για ώρες μετά αγκομαχούσε να τα χωνέψει!

Όταν έφτασε το βράδυ, έπεσε για ύπνο ανακουφισμένος, είχε Πανσέληνο, από την κούραση ξεράθηκε αμέσως και δεν την είδε, αλλά φαίνεται εκείνη του ψιθύριζε στο αυτί όλο τη νύχτα, γιατί οι άλλοι σκίουροι έχουν να το λένε, ότι ησυχία δεν είχαν από τους ήχους και το ασημενιοφώς της! Έτσι ξυπνώντας ο Σκίουρος το πρωί, ήξερε, τι ήθελε να κάνει, και αυτό ήταν η ποίηση από την καρδιά του, με σιγουριά και ασφάλεια: και πήρε την πιο αγαπημένη του Βελανιδιά μαζί, χαιρέτησε τους φίλους σκίουρους, και ξεκίνησε για τους πράσινους λόφους. Εκεί στον πιο ψηλό λόφο, στο λόφο της Ροδακινιάς, φύτεψε την τεράστια Βελανιδιά του και της είπε: θα είσαι τώρα το σπίτι μου εδώ, και θα περιμένουμε τη Ροδακινιά να γυρίσει!

Και όντως, μετά από λίγες μέρες, όχι και τόσο πολλές αλλά που για τον Σκίουρο φάνταζαν χρόνια ολόκληρα, εμφανίστηκε η Ροδακινιά, κουνιστή και λυγιστή, χαμογελαστή, γεμάτη πάλι ζουμερά ροδάκινα, και έτρεξε να τον αγκαλιάσει!

-Μου έλειψες Σκίουρε τόσο!, είπε, και ο Σκίουρος συγκρατώντας τη συγκίνησή του τραύλισε κάτι μασημένα και τόσο χαμηλόφωνα λόγια, που εγώ όμως τα άκουσα και θα σας τα πω, αυτά: «εγώ να δεις, από την Κόλαση την ίδια πέρασα!, αρκεί μόνο που γύρισες…αρκεί, αρκεί….»

Σε λίγο ο Σκίουρος έδειχνε με καμάρι και υπερηφάνεια στη Ροδακινιά, το νέο του σπίτι και η αλήθεια είναι ότι εκείνη εντυπωσιάστηκε, γιατί δεν είχε ξαναδεί στη ζωή της τέτοια Βελανιδιά, πόσο μάλλον όταν ο Σκίουρος της εκμυστηρεύτηκε ότι γεννά Μαγικά Βελανίδια.

Περίεργη τον ρώτησε: -Και τι μαγικό έχουν Σκίουρέ μου αυτά τα βελανίδια;

Και εκείνος της απάντησε: «Τα βελανίδια αυτά είναι μαγικά, γιατί φέρουν μέσα τους τον σπόρο της δημιουργικότητας. Δημιουργούν ζωή!»

Η Ροδακινιά έμεινε με το στόμα ανοιχτό και κοίταζε με δέος. «Και τι είναι όλες αυτές οι τρύπες;»

«Δεν είναι τρύπες, είναι οι κουφάλες από όπου πηγάζει το Βελανοβότανο, που σε κάνει δυνατό, αισιόδοξο και ζωηρό! Εμείς οι Σκίουροι πίνουμε συνέχεια, όταν παίζουμε και τρυπώνουμε στις κουφάλες της Βελανιδιάς! Γι αυτό έχουμε πάντα τόση ενέργεια και διατηρούμε αυτήν την καλή φόρμα, δες, δες» και κάνει μια στριφογυριστή στροφή να δείξει τη σιλουέτα του!

Η Ροδακινιά γοητεύτηκε τόσο, που τρία ροδάκινα –τα πιο ώριμα- της έφυγαν στο έδαφος! Ο Σκίουρος τα πήρε στο χέρι του γελώντας και άρχισε να κάνει ταχυδακτυλουργικά. Βλέποντας πόσο διασκέδαζε η Ροδακινιά του, άρχισε να κάνει κι άλλες τρέλες, κάτι παρακινδυνευμένα νούμερα μέσα και έξω από τις κουφάλες της Βελανιδιάς, κάτω και πάνω στα κλαδιά της, με δύναμη και σκέρτσο και περίσσια χάρη!

Τότε ενθουσιάστηκε η Ροδακινιά τόσο, που έσπευσε κι αυτή να παίξει στις κουφάλες κυνηγητό με τον σκίουρο, και να σου, μπαμ! δίνει μια και διαλύει τον κορμό και τις κουφάλες, γιατί εντωμεταξύ είπαμε, είχε γίνει πάλι δυνατή και ζουμερή, και πάρ’τους όλους κάτω!

-Ωχ Σκίουρε, σου κατέστρεψα τις κουφάλες!

Και ο Σκίουρος απάντησε: -Μη φοβάσαι Ροδακινιά μου, θα τις ξαναφτιάξω σιγά-σιγά εγώ γιατί είμαι μέγας χτίστης, αλλά να νομίζω ότι δεν χωράς εσύ να παίζεις μαζί μου εκεί… Να βρούμε έναν άλλο χώρο να παίζουμε!

Η Ροδακινιά και ντρεπόταν, και ήταν θυμωμένη που δεν θα μπορούσε να παίζει στις κουφάλες της Μαγικής Βελανιδιάς και για να το ισοσταθμίσει είπε: «θα μου φέρεις τουλάχιστον να πιω Βελανοβότανο;» Ο Σκίουρος έσπευσε να της φέρει, τρία λίτρα Βελανοβότανο με μιας έβγαλε ο άτιμος προκειμένου να την ικανοποιήσει, περήφανος της το πρόσφερε και εκείνη ήπιε διψασμένη. Περίμεναν, περίμεναν, τίποτα, καμιά επίδραση δεν είχε το Βελανοβότανο στη Ροδακινιά!
Απογοητευμένοι και δύο, ρώτησαν τη Μαγική Βελανιδιά, τι πήγε στραβά.

Και η Βελανιδιά, που γεννούσε Μαγικά Βελανίδια είπε: -Τίποτα δεν έχει πάει στραβά, απλώς το Μαγικό Βελανοβότανο πιάνει μόνο στους σκίουρους! Η ροδακινιά μπορεί να νιώσει τις μαγικές του ιδιότητες Σκίουρε, αλλά μόνο μέσα από εσένα!

Σκίουρος και Ροδακινιά, μισοαπογοητευμένοι, αλλά πάντα χαρούμενοι που είχαν ξαναβρεθεί, κάθισαν και ατένισαν για άλλη μια φορά το Ηλιοβασίλεμα, να ξαποστάσουν μετά από όλη αυτήν τη μέρα, και εκεί γαλήνεψαν..Ο Σκίουρος έτρωγε τα βελανίδια του και η Ροδακινιά έπινε από τις ρίζες της… Ήταν μετά περίπου από έναν μήνα, όταν ένα πρωινό ανακάλυψαν ότι τα ψηλότερα κλαδιά της Μαγικής Βελανιδιάς είχαν διακλαδωθεί με τα ψηλότερα κλαδιά της- ακμάζουσας εντωμεταξύ- Ροδακινιάς και σε εκείνο το σημείο είχε δημιουργηθεί μια πλατφόρμα! Εκεί, που αποστομωμένοι παρακολούθησαν το πιο εκθαμβωτικό Μυστήριο όλων: την Ανατολή.

Στη σιωπή, ένιωσαν εκείνην την αυγή και τις ρίζες των δύο δέντρων κάπου να συναντώνται, βαθιά μέσα στο αμίλητο σκοτεινό έδαφος… Μερικές μέρες αργότερα, η Ροδακινιά στολίστηκε με κάποια Μαγικά Βελανίδια που της πρόσφερε ο Σκίουρος, και στην πιο ιερή κουφάλα της Βελανιδιάς ο Σκίουρος απώθεσε, το πιο μεγάλο, το πιο βελούδινο, το πιο πορτοκαλοκόκκινο ροδάκινο-δώρο της αγαπημένης του Ροδακινιάς.

Χρόνια αργότερα, ο Σκίουρος αντιλήφθηκε, ότι έφερε για πάντα πια ένα ροδάκινο μέσα του και η Ροδακινιά αναγνώρισε κάποια Μαγικά Βελανίδια να μένουν πάντα φυτρωμένα, στολίζοντας τα κλαδιά της.

Share.

About Author

Leave A Reply