ΓΑΛΛΟΙ ΔΟΥΛΕΥΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ “ΜΙΤ”, ΩΣ ΒΟΜΒΙΣΤΕΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

0

Την περίοδο 1963-1964, η βία, οι δολοφονίες και οι δολιοφθορές γνώρισαν τη μεγαλύτερη έξαρση της δεκαετίας των δικοινοτικών ταραχών. Μέσα στη σύγχυση των γεγονότων, άρχισαν και οι εκρήξεις βομβών σε περιοχές που κατοικούσαν Ελληνοκύπριοι στην πλειονότητά τους.

Από τις 19 Αυγούστου 1964 έως και τις 24 Αυγούστου 1965, οι συχνές εκρήξεις σε Λευκωσία και Λάρνακα, συγκλόνισαν την κυπριακή κοινωνία. Βόμβες σε σπίτια πολιτικών, σε νυχτερινά κέντρα, σε δημόσιες τουαλέτες, προκαλούσαν ανασφάλεια στους κατοίκους. Οι συχνές εκρήξεις σε συνδυασμό με την ήδη φορτισμένη κατάσταση των ταραχών, προκαλούσε αίσθημα ανασφάλειας στο νησί. Η κυκλοφορία στους δρόμους αραίωσε και η καχυποψία μεγεθύνθηκε. Η Αστυνομία δεν μπορούσε να εντοπίσει τους δράστες.

Η έκρηξη στη SHELL

Τις πρωινές ώρες της 6ης Οκτωβρίου, δύο φρουροί στις εγκαταστάσεις της SHELL στη Λάρνακας, άκουσαν θόρυβο από την πλευρά της θάλασσας. Ο ένας πλησίασε και αφού εντόπισε τους άγνωστους, τους ζήτησε να σταματήσουν. Οι δράστες, ως απάντηση πυροβόλησαν τον φρουρό και ένας τρίτος τον αφόπλισε αφήνοντάς τον πληγωμένο.

Την ίδια ώρα η σύζυγος του διευθυντή της SHELL που μαζί με την οικογένειά της έμεναν στον περιφραγμένο χώρο της εταιρείας, άκουσε ένα αυτοκίνητο να σταθμεύει έξω από το σπίτι της. Δεν έδωσε σημασία, όταν λίγη ώρα αργότερα άκουσε τους πυροβολισμούς και τις εκρήξεις. Η ζημιά ήταν ανυπολόγιστη και η οργή του Προέδρου Μακαρίου απερίγραπτη. Απαίτησε από τον Υπουργό Εσωτερικών και την ηγεσία της Αστυνομίας να κινητοποιήσουν τον κόσμο της Λάρνακας για να εντοπιστούν οι δράστες.

Για τις εκρήξεις, συνελήφθησαν με δικαστικό ένταλμα έξι άτομα, από τα οποία ένας καταδικάστηκε σε 18 μήνες φυλάκιση. Όμως οι έρευνες, δεν σταμάτησαν. Οι Γάλλοι έμμισθοι Γύρω στα τέλη Νοεμβρίου το 1965, ένας Τουρκοκύπριος Αξιωματικός της Αστυνομίας, διαβίβασε στο Υπουργείο Εσωτερικών την πληροφορία πως «τις βόμβες τις τοποθετούν ξένοι υπήκοοι έναντι αμοιβής από τους Τούρκους». Έτσι η ΚΥΠ, άρχισε να παρακολουθεί στενά τους ξένους υπηκόους που ζούσαν στο νησί καθώς και όσους χρησιμοποιούσαν το Αεροδρόμιο.

Δύο γαλλικά ονόματα, τους κίνησαν υποψίες, όταν συνειδητοποίησαν πως μέσα σε ένα χρόνο είχαν ταξιδέψει σε Παρίσι και Βηρυτό περίπου 20 φορές. Οι ημερομηνίες αναχώρησης ήταν μία ή δύο μέρες μετά από κάθε έκρηξη βόμβας. Ήταν ο Μπερνάρντ Σιλέτ, δημοσιογράφος, ο Ζιάν Μπατζιάκ και ο Μισέλ Βαϊς φωτογράφοι. Και οι τρεις ήταν πρώην λεγεωνάριοι. Οι τρεις άντρες πότε διέμεναν σε σπίτι στους Άγιους Ομολογητές και πότε σε ξενοδοχεία στον τουρκικό τομέα της Λευκωσίας.

Οι δύο πρώτοι, μετά την τελευταία έκρηξη, άφησαν τις αποσκευές τους και έφυγαν για Γαλλία. Ο Μισέλ Βαϊς, επέστρεψε στο ξενοδοχείο για να παραλάβει τα αντικείμενά του. Τότε τον συνέλαβαν οι αρχές και τον οδήγησαν για ανάκριση. Ο Γάλλος φωτογράφος, αρνείτο στην αρχή να συνεργαστεί ενώ σε κάθε ερώτηση, ακόμη και του ίδιου του Υπουργού απαντούσε πως δεν γνώριζε τίποτα. Μόνο όταν ο Αστυνομικός Θεοφάνης Δημητρίου, τον ρώτησε για την οικογενειακή του κατάσταση και για τον γιο του άρχισε να πανικοβάλλεται.

Λίγη ώρα αργότερα, είχε παραδεχτεί την εμπλοκή του στις εκρήξεις δηλώνοντας: «Προκάλεσα πολύ σοβαρές ζημιές σε αυτόν τον τόπο. Εγώ είμαι θύμα. Παρακαλώ πάρτε με στον κύριο Υπουργό και θα του τα πω όλα». «Φοβούμαι μήπως με σκοτώσουν οι Τούρκοι» Ο Γάλλος φωτογράφος, εξήγησε στις αρχές πώς και γιατί βρέθηκε στην Κύπρο, λέγοντας ότι είχε δεχτεί να εργαστεί για τον κ. Σιλέτ ως οδηγός του.

Από τη μέρα που ήρθε στην Κύπρο, ο Σιλέτ είχε επαφές με κόσμο από τον Τουρκικό Τομέα του νησιού, όταν ο Βαϊς συνειδητοποίησε πως μετά από κάθε συνάντηση, ο Σιλέτ λάμβανε ένα κιβώτιο. Για κάθε έκρηξη, ο Βαϊς έπαιρνε το γενναίο φιλοδώρημα των 1000 λιρών, για να «κρατήσει καλά κλειστό το στόμα του». Μετά την κατάθεσή του, ο Βαϊς καταδικάστηκε σε 12ετή φυλάκιση. Παρέμεινε στη φυλακή για λίγα χρόνια και απελάθηκε στη Γαλλία….

Share.

About Author

Leave A Reply